Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η οικονομική κρίση και το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η κατανάλωση, παρ’ όλο που αποτελεί τη σημαντικότερη διέξοδο στο μελαγχολικό κλίμα της οικονομικής κρίσης, δεν μπορεί να κρύψει την πραγματική μας γύμνια.

13.12.09 ΚΥΡΙΑΚΗ

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στη Νέα Υόρκη, όπου βρέθηκα περίπου για μία εβδομάδα, προσκεκλημένη του Ιδρύματος Ωνάση με αφορμή τα εγκαίνια μιας σημαντικής έκθεσης εικόνων της βενετοκρατούμενης Κρήτης του 15ου και του 16ου αιώνα, η πόλη ήταν γιορτινή. Φωτισμένη με μερικές χιλιάδες παραπάνω φωτάκια από πέρυσι, πολύβουη και αστραφτερή, υποκλινόταν με στιλ, όπως μόνο εκείνη κατέχει, στις ορδές των τουριστών από κάθε γωνιά της γης. Οι Ευρωπαίοι, πιστοί εραστές του Μανχάταν, οι ιδιαίτεροι και εκλεπτυσμένοι Ασιάτες, αλλά και οι νέες αφίξεις των πολύπαθων Ρώσων, κάποιοι από τους οποίους έχουν συντονιστεί στους ρυθμούς του άκρατου καπιταλισμού, έδιναν στην πόλη την ψευδαίσθηση μιας οικονομικής ευημερίας, μιας ηρεμίας γιορτινής, που επικρατεί μόνο στα παραμύθια. Εικόνες χριστουγεννιάτικες, μαγικές, άνθρωποι φιλόξενοι, χαμογελαστοί, έτοιμοι να σε εξυπηρετήσουν, να σε βοηθήσουν, συμπλήρωναν τον αναστεναγμό μιας παιδικής ευχής, τη στιγμή ακριβώς πριν φύγει από τα χείλια και ταξιδεύσει μέχρι τα αυτιά του Άη Βασίλη, ο οποίος και αυτές τις γιορτές διατηρεί το κεφάλαιό του στο ακέραιο προκειμένου να εκπληρώσει τις ανάγκες τόσων και τόσων παιδιών.
Τα παραμύθια, όμως, από πολύ νωρίς έχουν φτιαχτεί μέσα από τη σύγκρουση των καταστάσεων, μέσα από την αδικία του κόσμου και το contrast της ζωής των ηρώων τους. Οι φτωχοί στέκονται απέναντι από τους πλούσιους και η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη. Οι πρώτοι δεν μπορούν να έχουν τη ζωή που ονειρεύονται, ενώ οι δεύτεροι δεν διαθέτουν το χρόνο να αναλογιστούν όσα έχουν.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το παραμύθι του Άντερσεν με τίτλο «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα». Όλοι θυμούνται πως η ιστορία του λάμβανε χώρα περίπου τέτοιες μέρες, ημέρες γιορτινές, οικογενειακές. Η πόλη που φιλοξενούσε το άστεγο παιδί θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Νέα Υόρκη, αλλά και η Αθήνα πλέον, έχοντας ξεπεράσει προ πολλού το μύθο της ανθρώπινης και στοργικής μεγαλοεπαρχίας. Πέρα από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης της φτώχειας του άστεγου μικρού παιδιού και της εγκατάλειψης που βίωσε σε μια πολύβουη και ευημερούσα πόλη, κάτι που ισχύει σήμερα περισσότερο από ποτέ, τα σπίρτα κρύβουν στο μικρό τους κουτάκι την πλάνη του πολιτισμού μας. Το παραμύθι είναι βασισμένο σε μια καταναλωτική και εμπορική αυταπάτη, σαν αυτές που τρέφουμε όλοι μας, πλούσιοι και φτωχοί, για να κρατηθούμε ζεστοί τις κρύες νύχτες της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάρρευσης.
Κανείς δεν είναι πλέον ασφαλής. Κανείς, όσο πλούσιος και εάν είναι, δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του όπως θα μπορούσε να το κάνει ενδεχομένως από το 1960 και μετά, ζώντας μια σταθερή ανάπτυξη, μια ειρηνική ακμή, εν πολλοίς χωρίς κρυμμένες παγίδες. Άρα, υπό αυτή την έννοια είμαστε όλοι άστεγοι. Τα σπίρτα, όμως, που έχουμε στα χέρια μας -άλλωστε μετά τον περασμένο Σεπτέμβριο έχει γίνει αντιληπτό ότι η παγκόσμια οικονομία μόνο σαν σπιρτόκουτο μπορεί να συμβολιστεί- τι είδους «ταξίδια» μας προσφέρουν...

Τι τα κάνουμε αυτά τα σπίρτα; Πνίγουμε το φόβο μας στην αδιάλειπτη κατανάλωση; Συσσωρεύουμε υλικά αγαθά και κλείνουμε την πόρτα μας στα συναισθήματά μας ή στα συναισθήματα των αγαπημένων μας; Μεταχειριζόμαστε το σπίτι μας σαν φρούριο και πετάμε έξω ό,τι δεν μας ταιριάζει στην επίπλωση; Μεταχειριζόμαστε ακόμα ανθρώπους σαν αναλώσιμα γραφείου, που πετιούνται πολύ πριν εξαντλήσουν τα αποθέματά τους; Τα σπίρτα τι φωτίζουν; Τη ματαιοδοξία μας ή την ανθρωπιά μας; Τον υλισμό μας ή τη γενναιοδωρία μας; Τον κυνισμό ή το χιούμορ;

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα στο τέλος του παραμυθιού πεθαίνει από το κρύο, αλλά πεθαίνει αφού πρώτα αισθάνθηκε τι πραγματικά έχει ανάγκη η ψυχή του. Εμείς τι προτιμάμε να δούμε;

Το παράδειγμα της Σόλνα


Η Σόλνα, όπως αναφέρεται και στη Wikipedia, είναι πόλη και δήμος της Σουηδίας. Ανήκει στην περιφέρεια της πρωτεύουσας Στοκχόλμης και διαθέτει πληθυσμό 59.098 κατοίκων. Η Σόλνα, ως περιφέρεια της Στοκχόλμης, διεκδικούσε με την πρωτεύουσα της Σουηδίας τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Με μια μεγάλη αθλητική παράδοση, η Σόλνα διαθέτει στους κόλπους της έναν από τους μεγαλύτερους αθλητικούς συνδέσμους της χώρας, όπως επίσης και το μεγαλύτερο στάδιο ποδοσφαίρου της χώρας. Με μεγάλα πάρκα και μετρό, θα μπορούσε να είναι σίγουρη ότι αποτελεί ανταγωνιστική πρόταση στη διεκδίκηση των Αγώνων του 2004.

Ανταπόκριση από τη Σουηδία

Την περασμένη εβδομάδα, οι «Ανταποκριτές» της ΝΕΤ αφιέρωσαν μέρος της εκπομπής τους σε αυτήν τη μικρή περιφέρεια. Στο οδοιπορικό τους συνάντησαν κατοίκους και μίλησαν μαζί τους για την ποιότητα της ζωής στα σουηδικά προάστια. Η Σουηδία, μια χώρα ταγός στην πράσινη ανάπτυξη και στην αρχιτεκτονική των πόλεων, είχε να αντιμετωπίσει εν όψει διεκδίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 το πρόβλημα της Σόλνα. Λίγο πιο έξω από τη Στοκχόλμη, η μικρή αυτή πόλη, σε αντίθεση με τη σουηδική παράδοση, δεχόταν λύματα και απόβλητα, που μόλυναν τα νερά που πέρναγαν υπογείως. Τα πάρκα της ήταν εγκαταλελειμμένα και οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν και οι ιδανικότερες. Εξ αφορμής της διεκδίκησης των Αγώνων, η Σόλνα αποφάσισε να χαράξει μια νέα πορεία. Καθαρισμός των υδάτων, εξοικονόμηση ενέργειας, πράσινα σπίτια που εκμεταλλεύονται το φυσικό φως, θέρμανση με τη μέθοδο της καύσης των απορριμμάτων, συντήρηση των πάρκων, ποδηλατόδρομοι κ.ο.κ. Πέντε χρόνια μετά, η ιστορία έχει γραφτεί. Η Στοκχόλμη δεν πήρε τους Αγώνες του 2004, αλλά η Σόλνα διεκδίκησε και κέρδισε μια σπουδαία ευκαιρία. Να αναβαθμίσει την περιφέρειά της, να εκμεταλλευτεί τις φυσικές πηγές ενέργειας, να προστατεύσει το περιβάλλον και να δημιουργήσει τις πράσινες συνθήκες υγιούς διαβίωσης για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της.

Και το όνειρο έσβησε

Σε μια παράλληλη αφήγηση, εάν στο όνομα Σόλνα βάζαμε τη λέξη Αθήνα και σε κάθε της δράση και εκπόνηση έργου βάζαμε τη λέξη δεν, τότε θα είχαμε πλήρη εικόνα γι’ αυτό που δεν πετύχαμε. Διεκδικήσαμε άνισα τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, με πλήρη επίγνωση ότι δεν αντέχαμε οικονομικά να τους φέρουμε εις πέρας. Συσπειρωθήκαμε όλοι κάτω από μια ιδέα που αφορούσε πιο πολύ τα ιδανικά παρά την πραγματικότητα. Μας δόθηκε τελικά η δυνατότητα να τους υλοποιήσουμε, αλλά χρονοτριβήσαμε όσο δεν παίρνει στην αποπεράτωση των απαραίτητων έργων υποδομής. Χάσαμε χρήματα που θα μας φαίνονταν σήμερα χρήσιμα στην οικονομική κρίση που περνάμε, αλλά παρ’ όλα αυτά είχαμε το σθένος να πανηγυρίσουμε για τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργούσαμε στον εαυτό μας. Ψευδαισθήσεις που τρέφαμε για το επίπεδο της χώρας και για το επίπεδο του ελληνικού αθλητισμού. Και ενώ ζήσαμε το όνειρο, στο τέλος αφήσαμε ανεκμετάλλευτη κάθε ευκαιρία να συντηρήσουμε ό,τι φτιάξαμε, να επενδύσουμε στη νέα μας όψη, να ταξιδέψουμε στη συνείδηση του κόσμου για τη συνέχιση της παράδοσης που δειλά-δειλά αναδεικνύαμε. Πέντε χρόνια μετά, οι «Ανταποκριτές» από την Αθήνα δεν θα είχαν κανένα λόγο να μας προβάλλουν στη σουηδική τηλεόραση. Ή, μάλλον, θα είχαν, για να αποδείξουν το σύνδρομο του Έλληνα, που απομακρύνεται από κάθε προσπάθεια μόλις σβήσουν τα φώτα που τον λούζουν.

Οι κοσμικοί και οι απρόσκλητοι της πολιτικής


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η πολιτική ζωή είναι γεμάτη κοσμικότητες και απρόσκλητους επισκέπτες.

29.11.09 ΚΥΡΙΑΚH
Την προηγούμενη εβδομάδα ο Λευκός Οίκος θορυβήθηκε όταν ένα ζευγάρι κοσμικών ανάρτησε στο Facebook μερικές φωτογραφίες του με κορυφαίους πολιτικούς των ΗΠΑ. Ο λόγος για τον Ταρέκ και τη Μισέλ Σαλάχι, οι οποίοι βρέθηκαν παρέα με τον Ινδό πρωθυπουργό κ. Μανμόχαν Σινγκ στο επίσημο δείπνο που παρέθεσε ο Πρόεδρος Ομπάμα προς τιμήν του. Μερικές φωτογραφίες του ομολογουμένως καλοντυμένου ζευγαριού με τον Τζο Μπάιντεν και άλλους πολιτικούς αξιωματούχους ήταν αρκετές για να γίνει αντιληπτό ότι αυτοί οι δύο Αμερικανοί παρευρέθησαν σε ένα δείπνο στο οποίο δεν ήταν καλεσμένοι. Οι Aρχές ασφαλείας ερευνούν έκτοτε το κατά πόσο πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες στο ζευγάρι που παρεισέφρησε ανενόχλητο στο πρώτο σπίτι των ΗΠΑ χωρίς να γίνει αντιληπτό και χωρίς κανένας να το σταματήσει στην είσοδο.

Ποιο ήταν τελικά το κίνητρο αυτής της τολμηρής πράξης για το ζευγάρι των Σαλάχι; Διότι πέρα από την εμπειρία του συναγελάζεσθαι με πολιτικούς και υψηλούς προσκεκλημένους, το σημαντικότερο κίνητρο ήταν η έμπρακτη -μέσω φωτογραφικών ντοκουμέντων- απόδειξη της εκεί παρουσίας τους. Η ουσία δηλαδή της πράξης τους αναζητείται στην ανάγκη του ζευγαριού να διατυμπανίσει το κατόρθωμά του, να δώσει διαπιστευτήρια παρουσίας, αποδεικνύοντας στην υφήλιο μέσω του Διαδικτύου την παράτολμη πράξη του.
Άσχετα με το πόσο κάθισαν εκεί, με ποιους πραγματικά μίλησαν και εάν μπόρεσαν να έρθουν σε επαφή με σημαντικούς ανθρώπους που παρευρίσκονταν στο Λευκό Οίκο, το γεγονός και μόνο ότι κατόρθωσαν να φωτογραφηθούν καθιστά το τόλμημά τους άκρως επιτυχημένο.

Στα αλήθεια, τι διαφορά όμως έχει ένα ζευγάρι κοσμικών από ένα ζευγάρι Ελλήνων πολιτικών, για παράδειγμα; Σε τι διαφέρει η υπερφίαλη και επιφανειακή ανάγκη για φωτογράφιση δύο τυχοδιωκτών Αμερικανών από τη συνεχή παρουσία μερικών βουλευτών, ακόμα και υπουργών, στα ΜΜΕ και στα περιοδικά; Άραγε, τι είναι χειρότερο, να είσαι απρόσκλητος σε δείπνο και να στρογγυλοκάθεσαι τρώγοντας τζάμπα ή να είσαι απρόσκλητος στην πολιτική και να διαχειρίζεσαι τις τύχες και τις μοίρες των λαών;
Η εικόνα έχει αντικαταστήσει την πολιτική. Στην εποχή της παντοδυναμίας του μέσου, το μήνυμα δεν έχει και τόση μεγάλη σημασία. Η παρουσία στα ΜΜΕ και στις φωτογραφίες των περιοδικών κρίνεται ίσως περισσότερο αναγκαία ακόμα και από την πολιτική επάρκεια. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ποιοι εκλέγονται τις περισσότερες φορές βουλευτές στο Κοινοβούλιο, ιδίως στις περιφέρειες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Η κόρη του εκδότη, η σύζυγος τραγουδιστή, ο γιος του πολιτικού, ο δημοσιογράφος, το μοντέλο, η ηθοποιός είναι μόνο μερικές ιδιότητες-άσοι στο μανίκι όσων επικρατούν στη μάχη του σταυρού, ακόμα και στις λίστες Επικρατείας. Η αναγνωρισιμότητά τους έπαιξε το σημαντικότερο ρόλο στη συνείδηση του ψηφοφόρου. Αλλά και μετά, στη χάραξη πολιτικής γραμμής μιας κυβέρνησης, είναι συχνότερο γεγονός υπουργοί να μιλάνε και να φωτογραφίζονται παρά να προσφέρουν σημαντικά πράγματα στο υπουργείο που ανέλαβαν. Δεν είναι τυχαίο ότι το υπουργείο Πολιτισμού έχει παράδοση χρόνων σε μια τέτοια ναρκισσιστική αυτοπροβολή. Ιδίως στην Ελλάδα, οι περισσότεροι που το αναλαμβάνουν το θεωρούν άχαρη δουλειά. Και αφού η αισθητική θεωρείται συνώνυμο του πολιτισμού, διατηρούν ενδόμυχα την πίστη ότι οι φωτογραφίες σε περιοδικά, τραβηγμένες όμως με αισθητική, ενδέχεται να αλλάξουν τον κόσμο.

Τώρα, ποιος μπαίνει προσκεκλημένος και ποιος απρόσκλητος στο «σπίτι» της ελληνικής πολιτικής ζωής είναι λίγο πολύ γνωστό. Και τι σημαίνει να είσαι προσκεκλημένος στην πολιτική. Εδώ, σε αντίθεση με τα γκαλά και τα επίσημα δείπνα, η μόνη πρόσκληση που θα έπρεπε να δίνεται στους πολιτικούς θα εκπορευόταν από μια ιδεατή κοινωνία. Από μια κοινωνία που θα αξιολογούσε τις δυνατότητες ενός ανθρώπου να συγκεράσει όραμα και υλοποίηση. Αντ’ αυτού έχουμε μερικούς προσκεκλημενο-απρόσκλητους, που μπαίνουν στην πολιτική είτε γιατί ανήκουν σε πολιτικά τζάκια είτε γιατί θεωρούν την πολιτική συνώνυμο της δημοσιότητας είτε επειδή απέτυχαν σε άλλους επαγγελματικούς τομείς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε αντίθεση με τους κοσμικούς των ΗΠΑ, που έφυγαν από το επίσημο δείπνο μόλις εξασφάλισαν μερικές φωτογραφίες, οι Έλληνες πολιτικοί μετατρέπουν κάθε πρόσκληση για ενεργό συμμετοχή στα κοινά σε ευκαιρία για το μεγάλο φαγοπότι.

Τηλεοπτική βία


Η βία έχει πολλά πρόσωπα. Πολλές φορές τα πιο ύπουλα είναι εξίσου επικίνδυνα, γιατί δεν μπορείς να αντιληφθείς το κόστος τους, δεν δείχνουν από την αρχή τα δόντια τους και το επιφανειακό δέλεαρ είναι τόσο αστραφτερό ώστε δεν μπορείς να του αντισταθείς.
Η χθεσινή παγκόσμια μέρα εξάλειψης της βίας κατά των γυναικών αφορά κυρίως στην προστασία όσων εκτίθενται καθημερινά σε κακοποίηση, σεξουαλική και σωματική, όσων από αυτές ανέχονται αναγκαστικά την υποτίμηση, τη μαύρη εργασία, τη στέρηση των πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αλλά δεν είναι μόνον αυτές που υφίστανται βία. Στο λαμπερό και πολυτελή κόσμο της τηλεόρασης και της σόου μπιζ πολλά κορίτσια καθημερινά εξαναγκάζονται να προσφέρουν τον εαυτό τους στο βωμό της εύρεσης εργασίας, της αναγνώρισης και της αύξησης της τηλεθέασης με τίμημα την καταπάτηση της προσωπικότητάς τους. Ακόμα και επαγγελματίες με προσόντα και πείρα βρίσκονται πολύ συχνά έκθετες απέναντι στη λεκτική και ψυχολογική βία προϊσταμένων και διευθυντάδων, ανέχονται ορέξεις και καπρίτσια ως εργαζόμενες σε ένα μέσο που είναι έτσι και αλλιώς εξαντλητικά στρεσογόνο, προκειμένου να επιβιώσουν και -ίσως- να ανέλθουν.

Ο χορός της Σαλώμης
Το «Όλα 9» συνδυάζει ένα θέαμα για όλη την οικογένεια. Οι γυναίκες μπορούν να απολαύσουν τους καλεσμένους και τις συζητήσεις του Θέμου Αναστασιάδη με αυτούς, τα παιδιά μπορούν να δουν μερικές από τις καλύτερες σκηνές των κινουμένων σχεδίων που τόσο αγαπάνε να διανθίζουν τα χιουμοριστικά βιντεάκια και οι σύζυγοι -αποκαμωμένοι από το φόρτο της ημέρας- να γευτούν καυτή μεν -πλαστική δε, συνήθως- σάρκα. Η επιτυχημένη συνταγή του «σεξ και βία» των b-movies της δεκαετίας του ’80 έχει δώσει τη θέση της στην τηλεοπτική πρόταση «σεξ και πλάκα». Τα κορίτσια που αβγατίζουν σαν κότες σε κοτέτσι με μερακλή κόκορα στο πάνελ του ευφυούς διδύμου Περρή-Αναστασιάδη επιδεικνύουν τα κάλλη τους κρεμασμένα από τσιγκέλι. Αλλά δεν είναι μόνο τα μοντέλα και οι χορεύτριες που πλαισιώνουν την εκπομπή προβάλλοντας το ζουμερό τους μπούστο. Η λογική της γυναικείας σάρκας φόρα παρτίδα, του συνεχούς σεξουαλικού υπονοούμενου και της προσεκτικής λεκτικής παρέμβασης ισχύει και για όσα κορίτσια εργάζονται σε αυτή την εκπομπή ως δημοσιογράφοι. Έτσι κι αλλιώς, όποια θέλει να βγει στο γυαλί δεν χρειάζεται να πολυμιλάει, αρκεί να προσφέρει άφθονο εσωτερικό θέαμα. Για τα υπόλοιπα υπάρχουν οι άνδρες.

Ου γαρ έρχεται μόνον
Οι γυναίκες στο τηλεοπτικό γυαλί πρέπει -άσχετα με τα υπόλοιπα προσόντα τους- να φαίνονται ωραίες. Μπορεί οι εκπομπές να χωρίζονται σε ζώνες και θεματολογία, η βία που υφίστανται σε ψυχολογικό επίπεδο για τη διατήρηση της εξωτερικής τους εμφάνισης με κάθε τρόπο είναι κοινή. Είτε κάνουν πρωινάδικο, είτε έχουν κουτσομπολίστικη εκπομπή, είτε λένε κεντρικό δελτίο ειδήσεων, είτε βρίσκονται στο πάνελ πολιτικής συζήτησης, το άγχος που βιώνουν οι γυναίκες -από νωρίς- είναι ψυχοφθόρο. Γυναίκες δημοσιογράφοι με εμπειρία στο χώρο κρίνονται για τις ραγάδες περισσότερο απ’ ό,τι για το ρεπορτάζ τους. Παρουσιάστριες αποκτούν μπούστο και ξανθό μαλλί λες και βγήκαν από την ίδια χειρουργική κρεατομηχανή, ανεξαρτήτως καναλιού και εργοδότη. Πανελίστριες σε δελτία ειδήσεων χαμογελούν κρύβοντας από τους τηλεθεατές τον ήλιο μπροστά στην πορσελάνινη οδοντοστοιχία που απέκτησαν τις πρώτες δεκαπέντε ημέρες της πρόσληψής τους. Η ναρκισσιστική επιθυμία κάθε γυναίκας να αρέσει ξεφεύγει από τα φυσιολογικά όρια όταν κρίνεται σημαίνουσα για να κρατήσει τη θέση της, για να συνεχίσει να κάνει καλά τη δουλειά της. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες δεν έχουν ευθύνη για τον τρόπο που διαχειρίζονται την επαγγελματική τους υπόσταση. Απλώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση το δηλητήριο έχει εισβάλει στον οργανισμό τους αργά και σταθερά. Έτσι, χωρίς καμία αμφισβήτηση, έχουν a priori δεχτεί την κακοποίηση, θεωρώντας την ένα επώδυνο και ακριβό ρεκτιφιέ, απαραίτητο μέρος της δουλειάς τους.

Η συναισθηματική τροφή της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, τι κρύβει η κουζίνα της σύγχρονης Ελληνίδας;

22.11.09 ΚΥΡΙΑΚΗ

Πρεμιέρα έκανε την Παρασκευή το βράδυ το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή στο Εθνικό Θέατρο. Για 4 ώρες οι θεατές, καθηλωμένοι στις θέσεις τους, παρακολουθούσαν το ψυχικό και συναισθηματικό σύμπαν δύο ελληνικών οικογενειών από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι τα μέσα του. Πάνω στον καμβά του έργου του ο Ταχτσής ζωγράφισε με λεπτομέρεια και χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης πρόσωπα και καταστάσεις της διπλανής πόρτας. Της δικής μας, δηλαδή, γιατί για το συγγραφέα τα πρόσωπα και τα γεγονότα με μικρές παραλλαγές ήταν αυτά που έκλεινε η δική του πόρτα, ήταν η ίδια του η ζωή. Η παράσταση των Φασουλή και Νιάρχου -που προορίζεται να είναι η καλύτερη της φετινής χρονιάς, εάν δεν λειτουργήσει απαγορευτικά η μεγάλη της διάρκεια- αναδεικνύει τη μεταδοτική ασθένεια του κόλπου της οικογένειας. Δύο εκκεντρικών και τραβηγμένων οικογενειών, στοιχεία των οποίων όλοι αναγνωρίζουμε εάν θυμηθούμε τους παππούδες και εάν τολμήσουμε να τους συγκρίνουμε με τους γονείς και τους εαυτούς μας. Από τι υλικά διαμορφώνεται η οικογένεια; Τι εκλύεται στους κόλπους της επιφανειακά αδιατάρακτης συγγένειας του αίματος και πώς μεταλλάσσεται ο οργανισμός της αρχικής επιθυμίας για ένωση και αναπαραγωγή της ζωής σε ένα έκτρωμα αποσταθεροποίησης της κοινωνίας; Πού κρύβεται τόση επιθετικότητα, σταθερά εναλλασσόμενη με βαθιά αγάπη κάτω από το άγρυπνο μάτι της προετοιμασίας ενός μεσημεριανού φαγητού;

Τι μας λέει ο Ταχτσής βάζοντας δύο γυναίκες, την Εκάβη και τη Νίνα, να αφηγούνται την προσωπική τους ιστορία, των συζύγων, των παιδιών και των υπόλοιπων μελών; Ότι τα μάτια, τα αυτιά, τα σπλάχνα, αλλά και τα νεφρά του οικογενειακού οργανισμού ανήκουν στη γυναίκα. Στη γυναίκα, που επιτελεί πλείστες λειτουργίες και υιοθετεί ποικίλους ρόλους. Μητέρα, κόρη, ερωμένη, σύζυγος, αδερφή, γιαγιά είναι μόνο μερικές από τις ιδιότητες μιας γυναίκας μέσα στην οικογένεια. Η μητρότητα, όμως, ως συμβολική και πραγματική έννοια είναι η πιο σημαντική. Η έχουσα δηλαδή την ευθύνη παρασκευής της τροφής, επιλογής των καλύτερων και πιο υγιεινών υλικών για να μπουν στο τραπέζι. Τι γίνεται όμως με τα ψυχικά υλικά; Πώς επηρεάζουν την κουζίνα της;

Η μητρότητα από δώρο, προσφορά και αυταπάρνηση μπορεί να μετατραπεί σε θάλαμο αερίων, που δηλητηριάζει αργά και διαχρονικά τα μέλη της. Διότι η γυναίκα είναι αυτή που διαμορφώνει την ατμόσφαιρα στο σπίτι. Που βάζει τους άρρητους κανόνες, που επενδύει συναισθηματικά τις σιωπές, που τρέφει και ανατρέφει. Το ζήτημα, όμως, είναι με τι υλικά στρώνει το οικογενειακό της τραπέζι. Τι σερβίρει για τροφή και τι κρατά κλεισμένο στο ντουλάπι της. Πώς μεταχειρίζεται τα μαχαίρια της και ποιον προορίζει για στύψιμο. Σε τι δόσεις μπαίνουν στην κατσαρόλα τα πικρά με τα γλυκά και πόσα καρυκεύματα αντέχει το στομάχι. Το «Τρίτο στεφάνι» είναι επίκαιρο σήμερα όσο ποτέ. Σε μια εποχή όπου η μαγειρική έχει γίνει lifestyle, ανακαλύπτει τροφές, δημιουργεί συνταγές και πρότυπα γυναικών, η παράσταση ενός συγγραφέα, διαλυμένου από μάνα και γιαγιά, αναδεικνύει τη σημασία της ψυχικής τροφής. Η οποία, όπως και κάθε μαγειρική συνταγή που προορίζεται για αγαπημένους, δεν κρίνεται πάντα από τα ευφάνταστα και σπάνια υλικά της, αλλά από την ισορροπία στις δόσεις και το άρωμα, καθώς και τη γεύση που αφήνει.