Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Κλειστόν, όχι λόγω διακοπών

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, για πρώτη φορά μετά την απραξία του Αυγούστου η ταμπέλα στην πόλη γράφει «κλειστόν» και όχι λόγω διακοπών.

27.08.10 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Ο Αύγουστος δεν ενδείκνυται να ζεις στην πόλη. Παρ’ όλο που αδειάζει, αποκτώντας ένα πιο ανθρώπινο, ήρεμο και ίσως πιο γοητευτικό πρόσωπο, η ζέστη που κορυφώνεται εκείνες τις ημέρες, μαζί με την πυκνή δόμηση, δεν επιτρέπει στον κάτοικο τις ανάσες που αναζητά για μια εσωτερική κυρίως παύση. Μετά από το δύσκολο χειμώνα που έφυγε και τον ακόμα δυσκολότερο που έρχεται, η ανάγκη για απομάκρυνση από το κλεινόν άστυ διογκώνεται, παρά τις οικονομικές δυσχέρειες. Άλλωστε πάντα, κάθε χρόνο, η πόλη δεν κατοικείται τον Αύγουστο, ή τουλάχιστον αυτή την ψευδαίσθηση συντηρούν όσοι απομακρύνονται από αυτή. Τα εμπορικά της καταστήματα, με την κίνηση στους δρόμους, σημάδι της πιο ζωντανής, κινητικής και υγιούς πλευράς της ανάπτυξης, είθισται να κλείνουν, αναρτώντας την ταμπέλα «κλειστόν λόγω διακοπών». Δημιουργείται έτσι μεταξύ του καταναλωτή και του εμπόρου μια σχέση σταθερή, που βασίζεται στην αμοιβαία αναμονή. Η εμπιστοσύνη έχει χτιστεί διότι και οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές περιμένουν, προετοιμάζονται να ξαναγυρίσουν στη βεβαιότητα της ρουτίνας τους. Άλλωστε ασυνείδητα όλοι πιστεύουν ότι εκεί που δεν είναι δεν συμβαίνει κάτι που τους αφορά. Θα επιστρέψουν, όμως, και εκείνοι και έχουν την απαίτηση, τη συνήθεια, την ανάγκη να επιστρέψουν πάλι όλα.


28.08.10 ΣΑΒΒΑΤΟ

Σιγά-σιγά, ημέρα με την ημέρα και ο τελευταίος κάτοικος αυτής της πόλης επιστρέφει. Ανοίγει το σπίτι του, γυρίζει στη δουλειά του ή προετοιμάζεται, αγωνιά, μεθοδεύει τα επόμενα βήματα. Ξαναβρίσκει τους γείτονες, επανεπενδύει στις μικρές, ασήμαντες καθημερινές συναναστροφές, που αφήνουν το στίγμα της μονιμότητας σε αυτό τον τόπο, που θυμίζει συνήθειες ετών. Ανοίγοντας τα ρολά της φθινοπωρινής προσαρμογής, προβάρει τις νεοαποκτηθείσες συνήθειες και ελπίδες-σκέψεις που τροφοδότησαν το νου και το σώμα στα ανοιχτά του Αιγαίου ή του Ιονίου, απολαμβάνοντας τη γλυκιά συνενοχή όλων όσα δεν θα πραγματοποιηθούν ούτε και φέτος. Είναι, όμως, γλυκιά η επιστροφή, ιδίως όταν επιστρέφεις. Το βλέμμα αναζητά πάντα το οικείο, για να ξαναβρεί τη βεβαιότητα. Η πρώτη, όμως, εικόνα αφήνει μια υποψία ότι το φετινό Αύγουστο δεν πήγαν όλοι διακοπές. Ή όσοι λείπουν δεν θα επιστρέψουν στα γνωστά λημέρια τους. Μια σειρά από εμπορικά καταστήματα, μικρά, μεγάλα, κεντρικά, απόμερα, ένδυσης, υπόδησης, τροφίμων και άλλων αναγκών, παραμένουν κλειστά μεν, χωρίς την υπόσχεση της επαναλειτουργίας δε. Η ταμπέλα «κλειστόν μέχρι τις 30/8/2010», που μπορεί να αναρτήθηκε για να μετριάσει το σοκ της αλλαγής στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, απ’ ό,τι φαίνεται, θα μείνει σκονισμένη τους προσεχείς μήνες.


29.08.10 ΚΥΡΙΑΚH

Η οικονομική κρίση λειτούργησε σε δύο επίπεδα. Από τη μια έκανε τους ανθρώπους δραπέτες από την ίδια τη μοίρα τους, γεγονός που αποδεικνύουν ο αριθμός των εξοδούχων και η σχετικά ικανοποιητική πληρότητα των ξενοδοχείων, παρά τη μικρή μείωση και τους συνεχώς παραπονούμενους εργαζόμενους στον τουρισμό. Από την άλλη ο φετινός Αύγουστος δεν «κατέβασε ρολά». Οι εσωτερικές διεργασίες, η αγωνία για το μέλλον, οι αιτήσεις πτώχευσης πολλών καταστημάτων, οι οριστικές αποφάσεις διακοπής εμπορικών δραστηριοτήτων, καθώς και οι ανακλήσεις ή η μεταφορά μεγάλων, επώνυμων brands του εξωτερικού στον τόπο της μαμάς-εταιρείας ή στα Βαλκάνια αλλάζουν το τοπίο του φθινοπώρου. Η γειτονιά αλλά και οι μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι της Αθήνας και των προαστίων της δεν θα είναι πια ίδια. Οι σκιές των μέχρι πρότινος μεγαλείων κατανάλωσης, της υπερβολικής αύξησης των ψευδαισθητικών αναγκών θυμίζουν την υπερβολή των τελευταίων δέκα χρόνων. Ραγδαίες επενδύσεις, καταστήματα που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, επώνυμα πολυτελή είδη που έρχονταν στην Ελλάδα πολύ πριν από τη Γαλλία ή τη Μ. Βρετανία, αλλά και μικρές επιχειρήσεις οικογενειακού συμφέροντος, που τόνωναν τη συνοχή του κοινωνικού ιστού, όλα μπαίνουν πλέον στον ίδιο μύλο αλέσματος. Η ανεργία καθώς θα διογκώνεται θα μετασχηματίζει την εικόνα την πόλης, καλώντας όλους εμάς να αντέξουμε το βάρος της οικονομικής πίεσης και της ψυχολογικής αλλαγής των συνηθειών που μας νανούριζαν ρυθμικά τόσα χρόνια προς έναν παράδεισο στρεβλής κατανάλωσης.

Η ώρα της ξεκούρασης

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, ήρθε η ώρα να αφήσουμε τους αναγνώστες να ξεκουραστούν από την ενοχλητική παρουσία μας.

25.7.10 ΚΥΡΙΑΚH

Τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, λίγο πριν αφήσουμε στα γραφεία της εφημερίδας τα χαρτιά και τα μολύβια στην άκρη, λίγο πριν κλείσουν οι υπολογιστές για τη δική τους... αγρανάπαυση, ο καθένας κάνει τον απολογισμό του. Μια ολόκληρη χρονιά πέρασε και φέτος μέσα από ειδήσεις, γεγονότα, σχόλια, εικόνες, ψηφιακή, εικονική και πραγματική ζωή. Κι αν ήταν δύσκολη χρονιά για όλους μας φέτος! Κι αν είδαμε αλλαγές σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο... Κι αν χάσαμε κεκτημένα, βολές, διεκδικήσεις ετών... Κάποιοι από εμάς πέρασαν πολύ δύσκολα και πιεστικά σε επαγγελματικό επίπεδο, κάποιοι έχασαν τη δουλειά τους, κάποιοι βίωσαν απογοητεύσεις και ματαιώσεις που δύσκολα ξεπερνιούνται. Οι στήλες των εφημερίδων, κάθε μέρα κρεμασμένες στα περίπτερα, μεταφέρουν την είδηση, αναπαράγουν την ατμόσφαιρα, σχολιάζουν, κρίνουν, επαινούν, ψέγουν, δίνουν τη δική τους ερμηνεία στα γεγονότα της επικαιρότητας. Άλλοι με μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στο έργο τους, άλλοι με μεγαλύτερες εξαρτήσεις από το παρασκήνιο, άλλοι με γνώσεις, άλλοι επιφανειακοί, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι τους καλοκαιρινούς μήνες αισθάνονται λίγο σαν στρατιώτες που επιστρέφουν στο σπίτι τους μετά από μια δύσκολη μάχη και βρίσκουν τη γυναίκα τους να έχει ξαναπαντρευτεί. Η ζωή συνεχίζει κάπου αλλού χωρίς αυτούς, ειρωνικό μειδίαμα στην κεκτημένη αίσθησή τους που τους κάνει να αισθάνονται κομμάτι της πιο ενδιαφέρουσας πλευράς της.

Ιδίως για το free press, ο Αύγουστος είναι ένας μήνας πάγκου. Αποσύρεσαι, κυκλοφορείς, ανασαίνεις, αφήνεις την πόλη ελεύθερη να ζήσει τη ραστώνη της χωρίς την ανάγκη να την πληροφορήσεις, να την αναλύσεις, να της δείξεις εσύ τάχα μου το δρόμο. Πώς θα ήταν η χώρα χωρίς εφημερίδες; Πώς θα αισθανόμασταν εάν αύριο, μεσούσης της κρίσης, όλοι οι εκδότες αποφάσιζαν να αναστείλουν την κυκλοφορία των εντύπων τους; Καταργώντας ιστορικούς τίτλους, πετώντας στο καλάθι της ανεργίας χιλιάδες εργαζόμενους, δημοσιογράφους και τεχνικούς, φιμώνοντας την ενημέρωση και την πληροφόρηση, ακυρώνοντας τη σχέση ετών που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα σε αναγνώστες και δημοσιογράφους, η χώρα πώς θα αποκτούσε φωνή; Στο τραβηγμένο αυτό σενάριο, το οποίο, όμως, παύει να είναι τόσο τραβηγμένο εάν συνειδητοποιήσουμε τον αριθμό των εφημερίδων, τη χρεοκοπία τους, την κρίση αξιοπιστίας που διέρχονται, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο πολλών δημοσιογράφων, τις διαπλεκόμενες σχέσεις, τις κάθε είδους εξαρτήσεις, ζημιωμένοι θα είναι όλοι.

Κατ’ αρχάς ζημιωμένη θα είναι η ίδια η δημοκρατία. Όσο κι αν φαίνεται το πολίτευμά μας ανεφάρμοστο και προβληματικό, η ύπαρξη τόσων πολλών εντύπων, παρά τη γενική αισθητική και μορφωτική πτώχευση, δίνει τη δυνατότητα της ύπαρξης πολλών και διαφορετικών φωνών. Από την άλλη, ζημιωμένη θα είναι η εξουσία. Χωρίς αξιολογική κατηγοριοποίηση στην απαρίθμηση των ζημιωμένων, η εξουσία, η κεντρική διοίκηση και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι φορείς, οι τράπεζες, οι οργανισμοί, οι κεντρικές δηλαδή αρτηρίες του κράτους, θα χάσουν την επαφή τους με την κοινωνία, θα χάσουν τη διέξοδο επικοινωνίας. Θα χάσουν, φυσικά, και οι εκδότες, δημοσιογράφοι, αναλυτές, επιστήμονες, σύμβουλοι, τσιράκια, ποντίκια, τρωκτικά και κάθε λογής παράγοντες της υγιούς και της νοσηρής μετάδοσης πληροφοριών. Αλλά θα χάσει και η κοινωνία. Θα χάσει την πολιτική ενημέρωση, την επαφή με τα μυστικά της εξουσίας, το ταξίδι στην πληροφορία του κόσμου, θα χάσει και όλους αυτούς τους υπέροχους, ενδιαφέροντες, αντιφατικούς, απορριπτέους, συγκλονιστικούς μικρούς και μεγάλους ήρωες που προβάλλονται καθημερινά μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων.

Πριν από λίγες ημέρες δολοφονήθηκε εκείνος ο δημοσιογράφος. Δεν τον ήξερα, δεν έχω κάτι να πω για αυτόν. Δεν ξέρω τη δουλειά του ούτε τις σχέσεις του. Δεν αισθάνομαι συνάδελφός του, γιατί δεν κάναμε την ίδια δουλειά. Δεν ξέρω κατά βάθος γιατί δολοφονούνται οι άνθρωποι. Προτιμώ να μη μιλάω για όσα δεν ξέρω. Η έννοια, όμως, της δολοφονίας, του τέλους έχει μια άλλη διάσταση πέρα από το ανθρώπινο δράμα. Έχει σχέση με τη ζωή. Και αυτό σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που επιλέγεις να δουλέψεις, με τον τρόπο που επιλέγεις να κάνεις δημοσιογραφία. Το κίνητρο έχει πολύ μεγάλη σημασία. Ο πόλος πάνω στον οποίο συντονίζεσαι. Ο κιτρινισμός δεν είναι μόνο ίδιον της ψηφιακής ενημέρωσης. Οι εφημερίδες περνούν κρίση όχι μόνο επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να διαβάζουν. Η κρίση είναι δίπλα μας, η σήψη μέσα μας. Το τέλος δεν είναι ανεξάρτητο από εμάς. Και σε αυτό έχουμε ευθύνη. Καλό καλοκαίρι!

«Απάτησέ με αν μπορείς»

Με αυτό τον τίτλο η γαλλική τηλεόραση δημιούργησε ένα νέο είδος ριάλιτι παιχνιδιού, στο οποίο συμμετέχουν ζευγάρια που δοκιμάζουν μεταξύ τους όλων των ειδών τους συνδυασμούς. Κατά τη διάρκεια των 16 ημερών του παιχνιδιού παίρνουν μέρος δέκα ζευγάρια. Κάθε παίκτης οφείλει να κρύψει την ταυτότητα του συντρόφου, ενώ καλείται να επιδοθεί σε άγριο φλερτ με τους υπόλοιπους. Το φλερτ περιλαμβάνει κάθε είδους παιχνίδια για δύο, όπως μασάζ, στριπτίζ και «προσωπικές στιγμές» σε τζακούζι. Στόχος του παιχνιδιού είναι ο κάθε παίκτης μέσα από τη διαδικασία του φλερτ να μπορέσει να αποσπάσει την πραγματική ταυτότητα του συντρόφου του άλλου, ενώ ο πιο εχέμυθος κερδίζει στο τέλος 39.000 ευρώ.

Το απρόβλεπτο της ύπαρξης

Μόλις τέλειωσε η βιντεοσκόπηση του πρώτου κύκλου επεισοδίων, ένας από τους παίκτες, που στο μεταξύ είχε χωρίσει από το σύντροφό του μέσα στο παιχνίδι, αυτοκτόνησε. Η είδηση κηλίδωσε τη μοίρα του παιχνιδιού, οι παραγωγοί του οποίου ανέστειλαν την προγραμματισμένη μετάδοσή του. Χωρίς να είναι απαραίτητο ότι αισθάνθηκαν υπεύθυνοι για την αυτοκτονία, οι ιθύνοντες δήλωσαν ότι είχαν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μη θιγεί η αξιοπρέπεια κανενός, οι συμμετέχοντες να είναι ενήλικοι και να έχουν σώας τας φρένας. Χα, η έννοια των φρένων ως νου χωράει μεγάλη συζήτηση. Η τηλεόραση, όχι μόνο στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αμερική, αλλά και στην Ελλάδα, έχοντας περάσει στο στάδιο της ανθρωποφαγίας με πλείστους τρόπους, δεν ιδρώνει από τέτοιου είδους μεμονωμένες... παράπλευρες απώλειες. Σε κάθε πόλεμο, άλλωστε, όπως είναι και στη μάχη της τηλεθέασης και των χρημάτων που επενδύονται σ’ αυτήν, υπάρχουν πάντα θύματα, όχι μόνο στην πρώτη γραμμή αλλά και στους άμαχους πληθυσμούς. Αυτό πλέον γίνεται εμφανέστερο σε καιρούς οικονομικής ένδειας, όπως θα είναι και η επόμενη τηλεοπτική σεζόν.


Η πίστη, μια λέξη τηλεοπτικά άγνωστη

«Πιστεύω, εμπιστεύομαι, πιστώνω χρόνο» είναι μερικές από τις λέξεις που δοκιμάζονται σκληρά όχι μόνο στο επίπεδο των προσωπικών σχέσεων αλλά και στις επαγγελματικές συνεργασίες. Η έννοια της πίστης σε μια σχέση προϋποθέτει την αφοσίωση, την εμπιστοσύνη, την αναζήτηση ενός υπαρξιακού και ουσιαστικού νοήματος στη μακροχρόνια επένδυση. Αφοσιώνομαι σε ένα σύντροφο, σε ένα συνεργάτη, σε έναν εργοδότη, σε ένα βοηθό σημαίνει ότι εκτιμώ την ένωση, αντιλαμβάνομαι την ανάγκη της συμπόρευσης, έχω τη δυνατότητα να δω το αποτέλεσμα ως όλον και αναγνωρίζω τις ικανότητες του άλλου ως φορέα αλλαγής και εμπλουτισμού. Το εγώ δεν είναι ποτέ ίδιο όταν γίνεται εμείς. Και αυτό το εμείς, που μεταμορφώνει τη μοναχικότητα σε ταξίδι, βιώνεται με πλείστους τρόπους στην καθημερινότητα, από τις πιο μεγάλες σχέσεις μέχρι τις πιο σύντομες. Αυτό, όμως, έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο.

Οτιδήποτε άλλο έχει ως επίκεντρο το χρήμα, την εικονική πραγματικότητα, τους κατασκευασμένους αριθμούς. Δυστυχώς, όχι μόνο στον εργασιακό χώρο της τηλεόρασης, το σκληρό, ανταγωνιστικό, αναλώσιμο, σκουπιδοφάγο ανθρώπινων ιδιαιτεροτήτων και υπερφίαλων αξιών, αλλά και σε όλους τους χώρους των ΜΜΕ και εν γένει στις εταιρείες και στους οργανισμούς, η έννοια της πίστης καταρρέει. Σε καιρούς οικονομικής κρίσης η απόλυση βιώνεται σαν προδοσία. Η επένδυση κρίνεται παρωχημένη σε καιρούς ρευστότητας και πρωτοφανούς αγριότητας. Οι κανόνες μένουν κενοί νοήματος και ισχύος και μια άναρχη δύναμη καίει τα καλά στοιχεία του επαγγελματικού στίβου εις βάρος των κηφήνων, των παράσιτων και των τρωκτικών. Ο νεαρός που αυτοκτόνησε παίρνοντας μέρος σε ένα παιχνίδι με ανοιχτούς κανόνες συναισθηματικής και σωματικής ανταλλαγής είναι η περιγραφή του μεταιχμιακού σύγχρονου ανθρώπου. Ποτισμένος με την ανάγκη της εξέλιξης -προς ποια μεριά;-, αδυνατεί να τοποθετηθεί πάνω στην τρέλα των ημερών, συμμετέχοντας στο πάρτι της ασυδοσίας με μισή καρδιά. Τεστάροντας τις αντοχές του, ανοίγεται σε οποιαδήποτε πρόκληση, βαθαίνοντας το ρήγμα της ανυπαρξίας του. Και όταν θα πέσει στο κενό, θα γίνεται λόγος για... παράπλευρη απώλεια, όταν θα στέκεται όρθιος, με κάθε τίμημα, τότε θα είναι ανυπολόγιστο το εσωτερικό κενό.

Ο δρόμος προς την κόλαση


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η σύγχρονη Ελλάδα είναι σαν το δρόμο που οδηγεί στην κόλαση. Ξεκινάει με τις καλύτερες προθέσεις και καταλήγει πλέον μετά από άπειρες στρεβλώσεις στην πυρά.


25.6.10 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Μετά τη λήξη των απεργιακών κινητοποιήσεων στην Αττικό Μετρό και το κείμενο που δημοσιεύτηκε ενάντια σε αυτές την προηγούμενη εβδομάδα, φίλος, αναγνώστης της στήλης, είχε την καλή διάθεση να μου στείλει ολόκληρη την έκθεση ελέγχου που διεξήχθη από το γενικό επιθεωρητή της Δημόσιας Διοίκησης τον περασμένο Φεβρουάριο για τη μονιμότητα των προσλήψεων του προσωπικού στην ΑΜΕΛ Α.Ε. Συγκεκριμένα, με αυτό το έγγραφο οι επιθεωρητές του κλιμακίου αναζήτησαν τη θέση της εταιρείας για το πώς δικαιολογεί η ΑΜΕΛ Α.Ε. την αύξηση των θέσεων εργασίας κατά 228 άτομα από 31/3/2004 έως και 31/12/2008 (1.367 άτομα - 1.139 άτομα), την περαιτέρω αύξηση των θέσεων εργασίας κατά 168 άτομα το χρονικό διάστημα από 31/12/2008 έως και 30/8/2009 (1.535 άτομα - 1.367 άτομα) και, τέλος, πώς δικαιολογείται η πρόσληψη ακόμη 153 ατόμων το χρονικό διάστημα από 30/8/2009 έως και 21/10/2009 (1.688 άτομα - 1.535 άτομα), μάλιστα τη στιγμή που η χώρα είχε εισέλθει σε προεκλογική περίοδο. Εν ολίγοις, ο έλεγχος επιχειρεί να ερευνήσει πώς προσελήφθησαν 549 άτομα, με ποια κριτήρια, ποιες θέσεις κατέλαβαν, κατά πόσο ξεπέρασαν τον προϋπολογισμό της εταιρείας, εάν εξυπηρετούσαν το οργανόγραμμα, πώς δημοσιεύθηκαν και εάν δημοσιεύθηκαν οι προκηρύξεις των θέσεων στον Τύπο και τι προσόντα είχαν όλοι αυτοί οι συνάνθρωποί μας. Φυσικά, σε όλη αυτήν τη διαδικασία του ελέγχου μένουν εκτός οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου για τους οποίους έγιναν οι απεργιακές κινητοποιήσεις που ταλαιπώρησαν την Αθήνα πριν από περίπου 10 μέρες. Αυτοί αποτελούν μία άλλη πονεμένη ιστορία.

Τα συμπεράσματα που αφορούν στην Αττικό Μετρό είναι ενδεικτικά όλου του Δημοσίου. Οι περισσότερες προσλήψεις έγιναν χωρίς να έχουν προκηρυχθεί σε κανένα έντυπο ΜΜΕ. Σχεδόν όλες αφορούν σε προσλήψεις εργαζομένων που προέρχονται από την επαρχία, και μάλιστα από συγκεκριμένες περιφέρειες (!).

Επίσης, οι περισσότεροι δεν περνούν καν από συνέντευξη ή το βιογραφικό τους εστάλη στην υπηρεσία μετά την πρόσληψή τους. Όσοι έχουν την ατυχία να περάσουν από επιτροπή κρίσης των προσόντων τους θεωρούνται ακατάλληλοι για τη θέση, παρ’ όλα αυτά προσλαμβάνονται. Οι περιπτώσεις των προσληφθέντων ανήκουν σε τρεις κατηγορίες. Κάποιοι είναι φοιτητές, με αυξημένες φοιτητικές υποχρεώσεις, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το σταθερό ωράριο της εργασίας. Κάποιοι είναι πάνω από 45 ετών, άνθρωποι χωρίς προηγούμενη προϋπηρεσία ή εργαζόμενοι σε άλλο τομέα (για παράδειγμα, μία κυρία διατηρούσε κατάστημα παιδικών ειδών όταν αποφάσισε να μπει στην Αττικό Μετρό) και οι περισσότεροι είναι χωρίς κανένα τυπικό προσόν, προφανώς και το απολυτήριο λυκείου -που είναι ξεπερασμένο από την ανταγωνιστικότητα της εποχής- τίθεται και αυτό σε αμφισβήτηση εάν υπάρχει. Σε πολλούς από τους υποψηφίους αναγράφεται στην αίτηση με μολύβι η επιθυμία τους να εργαστούν σε γραφείο (!), να μην κάνουν κουραστική δουλειά (!), να μην κάνουν τεχνικές εργασίες (!). Είναι ενδεικτικό όλων αυτών ότι οι περισσότεροι προσλαμβάνονται ως υπάλληλοι εισιτηρίων. Σκεφτείτε να μην υπήρχαν τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων... Ο κατάλογος δεν έχει τέλος, όπως και ο πονοκέφαλος. Η διαχείριση των δημόσιων οργανισμών είναι μια μαύρη τρύπα χωρίς πάτο. Οι ανειδίκευτοι και οι ακατάλληλοι πνίγουν όσους είχαν την ατυχία να ξέρουν τη δουλειά τους ή να θέλουν να την κάνουν όσο καλύτερα μπορούν. Και δυστυχώς, αυτό πλέον δεν λέγεται με απαξίωση ή λαϊκισμό. Δυστυχώς, είναι η ζοφερή πραγματικότητα της δυνητικά αυριανής στάσης πληρωμών στο Δημόσιο που ναυάγησε.


26.6.10 ΣΑΒΒΑΤΟ

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι σπαρμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Διαβάζοντας το πόρισμα για την Αττικό Μετρό, μου ερχόταν συνέχεια στο μυαλό μια φράση συνδικαλιστή σε δημόσιο οργανισμό, όταν τον συνάντησα στην αρχή του εργασιακού μου βίου, κάνοντας ένα σύντομο stage στις υπηρεσίες του ΟΑΕΔ. Με τη φράση «βάλε τον κοσμάκη να φάει ψωμάκι» ο εν λόγω κύριος, άεργος για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, είχε μετατραπεί στον προστάτη των φτωχών και αδυνάτων με τις πλάτες του δημόσιου ταμείου. Εξυπηρετώντας τις «χήρες και τα ορφανά» του χωριού του, εμφανιζόταν στην υπηρεσία με το φωτοστέφανο του αγίου, μαζεύοντας ευχές και καλούδια από όλους αυτούς που είχε κατορθώσει να βάλει στο Δημόσιο με τις πλάτες άλλου ανώτερου πολιτευτή. Ο καλός Σαμαρείτης σε μια κοινωνία εκπτώσεων. Και το αποτέλεσμα αυτής της μικροϊστορίας κρίνει πλέον συνολικά τη χώρα μας.

με τις καλύτερες προθέσεις και καταλήγει πλέον μετά απ

Τηλεοπτική «απομάγευση»


Δεν υπάρχει πιο ιερό πράγμα από την ένωση δύο ανθρώπων. Η ερωτική συνάντηση του ανθρώπου με το ταίρι του περνάει από δαιδαλώδεις, μυστικές και ανεξήγητες διαδρομές της ψυχής και του σώματος. Η επιλογή φαντάζει μερικές φορές ανεξήγητη, ανεξιχνίαστη, καμωμένη από τα υλικά της πρώτης μυρωδιάς, της αφής και της γεύσης. Όταν ο ένας συναντήσει τον άλλον, αφήνεται σε ένα παιχνίδι μοίρας με αβέβαιη εξέλιξη. Ό,τι ξεκινάει στο ημίφως σπάνια διατηρείται με την ίδια ένταση όταν εκτίθεται στο εκτυφλωτικό φως. Γι’ αυτό και η ίδια η πράξη του γάμου πολλές φορές διαλύει τη μαγεία του ζευγαριού. Η έκθεση των δύο απέναντι στην κοινωνία τοποθετεί ρόλους-καλούπια, που με πολύ κόπο και προσπάθεια κρατιούνται ευάερα και χαλαρά, τέτοια που να επιτρέπουν τη ρυθμική αναπνοή και τη διάχυση της ενέργειας. Πολλώ δε μάλλον όταν επιλέγεις να κάνεις το γάμο σου όχι μόνο ενώπιον Θεού και ανθρώπων αλλά και ενώπιον της σκληρής και αδιαπραγμάτευτης συλλογικής μνήμης της κάμερας.


Γάμος-εμπόριο

Είναι χαρακτηριστικό των τελευταίων ημερών, αλλά όχι καινούργιο για την τηλεοπτική πραγματικότητα, η επιθυμία των τηλεοπτικών αστέρων να παντρεύονται μπροστά στις κάμερες, να μιλούν με άνεση και ευκολία για το έτερόν τους ήμισυ, να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται, να μοιράζονται με το γνωστό-άγνωστο κοινό τους τις προσωπικές τους στιγμές. Η ιερότητα της ένωσης ξεφεύγει από τα στενά όρια ενός σπιτιού και μεταλλάσσεται σε εμπορικό προϊόν, ευπώλητο σαν ζεστό ψωμάκι. Οι αστέρες-μονοπρόσωπες ΕΠΕ παίζουν ακόμα και στην πιο προσωπική τους στιγμή το ρόλο που αγάπησε σε αυτούς το κοινό τους, μεταφέροντας το μεσημεριανό τους συνήθειο να μιλούν με ευκολία για τις ζωές των άλλων στην αφήγηση της δικής τους ιστορίας, ιδωμένης πάλι, όμως, με τη ματιά του τρίτου. Ο έρωτας, η σχέση, η ένωση, η οικογένεια δεν είναι κάτι που τους ανήκει. Τοποθετείται ιεραρχικά στην υψηλότερη θέση της πυραμίδας με όρους τηλεθέασης, με όρους αγοράς. Το ιερό καταλύεται, εξανεμίζεται όταν το εμπόριο κάνει την εμφάνισή του. Άρα δεν υφίσταται και η σχέση.

Τα ιερά και τα όσια

Με την ίδια αναισχυντία που όλοι αυτοί επικαλούνται τον Θεό, με την ίδια κακογουστιά τοποθετούν τις κάμερες στο ναό του, προκειμένου να μοιραστούν με όλους -ποιους άραγε;- τη σημαντικότερη στιγμή τους. Τα φορέματα, τα νυφικά, το τρακ, οι λιμουζίνες και οι κακόμοιροι γονείς που παρακολουθούν την άνοδο των παιδιών τους στη σκακιέρα της ανάλωσης μοιάζουν παράταιρα μπροστά στη βαθύτερη -τάχα μου- επιθυμία τους να ενωθούν. Όπως παράταιρο μοιάζει να κλείνει το νεόνυμφο τηλεοπτικό ζευγάρι συμβόλαιο με μεγάλο κανάλι για να πουλήσει το «φρέσκο» γάμο του από την καινούργια σεζόν στη μικρή οθόνη. Τα ιερά, οι ευλογίες, τα τάματα, ο έρωτας και όλα αυτά τα μυστικά που ζουν στην ψυχή του ανθρώπου μόλις σβήσουν τα φώτα σε αυτή την περίπτωση έχουν προ πολλού θυσιαστεί στο βωμό των αριθμών. Όπως θυσιάζονται και τα ιστορικά «ιερά» -μνημεία ενός ενδοξότερου παρελθόντος, θωρηκτά, ακροπόλεις και άλλα- στην υπηρεσία της τηλεοπτικής «απομάγευσης»· η οποία, όμως, δεν συντελείται μόνο από αυτούς που ορίζουν τη ζωή τους με όρους τηλεθέασης. Εξυπηρετείται, ευνοείται και χαίρει εκτίμησης από ένα μεγάλο μέρος των ελίτ, των θεσμών, της πολιτικής Αρχής και των παραδοσιακών τζακιών. Διότι το δηλητήριο της έκθεσης έχει μπει βαθιά στο μεδούλι των ανθρώπων, σε τέτοιο βαθμό, που μόλις ανάψει το φως της κάμερας σκουπίζουν όλοι, σεμνοί και άσεμνοι, τα σάλια τους, για να βγουν πάντα χαμογελαστοί.



Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η οικονομική κρίση και το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η κατανάλωση, παρ’ όλο που αποτελεί τη σημαντικότερη διέξοδο στο μελαγχολικό κλίμα της οικονομικής κρίσης, δεν μπορεί να κρύψει την πραγματική μας γύμνια.

13.12.09 ΚΥΡΙΑΚΗ

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στη Νέα Υόρκη, όπου βρέθηκα περίπου για μία εβδομάδα, προσκεκλημένη του Ιδρύματος Ωνάση με αφορμή τα εγκαίνια μιας σημαντικής έκθεσης εικόνων της βενετοκρατούμενης Κρήτης του 15ου και του 16ου αιώνα, η πόλη ήταν γιορτινή. Φωτισμένη με μερικές χιλιάδες παραπάνω φωτάκια από πέρυσι, πολύβουη και αστραφτερή, υποκλινόταν με στιλ, όπως μόνο εκείνη κατέχει, στις ορδές των τουριστών από κάθε γωνιά της γης. Οι Ευρωπαίοι, πιστοί εραστές του Μανχάταν, οι ιδιαίτεροι και εκλεπτυσμένοι Ασιάτες, αλλά και οι νέες αφίξεις των πολύπαθων Ρώσων, κάποιοι από τους οποίους έχουν συντονιστεί στους ρυθμούς του άκρατου καπιταλισμού, έδιναν στην πόλη την ψευδαίσθηση μιας οικονομικής ευημερίας, μιας ηρεμίας γιορτινής, που επικρατεί μόνο στα παραμύθια. Εικόνες χριστουγεννιάτικες, μαγικές, άνθρωποι φιλόξενοι, χαμογελαστοί, έτοιμοι να σε εξυπηρετήσουν, να σε βοηθήσουν, συμπλήρωναν τον αναστεναγμό μιας παιδικής ευχής, τη στιγμή ακριβώς πριν φύγει από τα χείλια και ταξιδεύσει μέχρι τα αυτιά του Άη Βασίλη, ο οποίος και αυτές τις γιορτές διατηρεί το κεφάλαιό του στο ακέραιο προκειμένου να εκπληρώσει τις ανάγκες τόσων και τόσων παιδιών.
Τα παραμύθια, όμως, από πολύ νωρίς έχουν φτιαχτεί μέσα από τη σύγκρουση των καταστάσεων, μέσα από την αδικία του κόσμου και το contrast της ζωής των ηρώων τους. Οι φτωχοί στέκονται απέναντι από τους πλούσιους και η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη. Οι πρώτοι δεν μπορούν να έχουν τη ζωή που ονειρεύονται, ενώ οι δεύτεροι δεν διαθέτουν το χρόνο να αναλογιστούν όσα έχουν.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το παραμύθι του Άντερσεν με τίτλο «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα». Όλοι θυμούνται πως η ιστορία του λάμβανε χώρα περίπου τέτοιες μέρες, ημέρες γιορτινές, οικογενειακές. Η πόλη που φιλοξενούσε το άστεγο παιδί θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Νέα Υόρκη, αλλά και η Αθήνα πλέον, έχοντας ξεπεράσει προ πολλού το μύθο της ανθρώπινης και στοργικής μεγαλοεπαρχίας. Πέρα από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης της φτώχειας του άστεγου μικρού παιδιού και της εγκατάλειψης που βίωσε σε μια πολύβουη και ευημερούσα πόλη, κάτι που ισχύει σήμερα περισσότερο από ποτέ, τα σπίρτα κρύβουν στο μικρό τους κουτάκι την πλάνη του πολιτισμού μας. Το παραμύθι είναι βασισμένο σε μια καταναλωτική και εμπορική αυταπάτη, σαν αυτές που τρέφουμε όλοι μας, πλούσιοι και φτωχοί, για να κρατηθούμε ζεστοί τις κρύες νύχτες της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάρρευσης.
Κανείς δεν είναι πλέον ασφαλής. Κανείς, όσο πλούσιος και εάν είναι, δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του όπως θα μπορούσε να το κάνει ενδεχομένως από το 1960 και μετά, ζώντας μια σταθερή ανάπτυξη, μια ειρηνική ακμή, εν πολλοίς χωρίς κρυμμένες παγίδες. Άρα, υπό αυτή την έννοια είμαστε όλοι άστεγοι. Τα σπίρτα, όμως, που έχουμε στα χέρια μας -άλλωστε μετά τον περασμένο Σεπτέμβριο έχει γίνει αντιληπτό ότι η παγκόσμια οικονομία μόνο σαν σπιρτόκουτο μπορεί να συμβολιστεί- τι είδους «ταξίδια» μας προσφέρουν...

Τι τα κάνουμε αυτά τα σπίρτα; Πνίγουμε το φόβο μας στην αδιάλειπτη κατανάλωση; Συσσωρεύουμε υλικά αγαθά και κλείνουμε την πόρτα μας στα συναισθήματά μας ή στα συναισθήματα των αγαπημένων μας; Μεταχειριζόμαστε το σπίτι μας σαν φρούριο και πετάμε έξω ό,τι δεν μας ταιριάζει στην επίπλωση; Μεταχειριζόμαστε ακόμα ανθρώπους σαν αναλώσιμα γραφείου, που πετιούνται πολύ πριν εξαντλήσουν τα αποθέματά τους; Τα σπίρτα τι φωτίζουν; Τη ματαιοδοξία μας ή την ανθρωπιά μας; Τον υλισμό μας ή τη γενναιοδωρία μας; Τον κυνισμό ή το χιούμορ;

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα στο τέλος του παραμυθιού πεθαίνει από το κρύο, αλλά πεθαίνει αφού πρώτα αισθάνθηκε τι πραγματικά έχει ανάγκη η ψυχή του. Εμείς τι προτιμάμε να δούμε;