Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Η αιώνια λιακάδα του... προγλωσσικού σταδίου


Ζούμε μάλλον σε εποχές που τα βιώματα του καθενός και η κοινωνική πραγματικότητα μοιάζουν ακατανόητα ή απολύτως βαρετά για να μπορεί ένας δημιουργός να αντλήσει υλικό από αυτά. Δεν είναι καινούργια η «καραμέλα» περί σχεδόν παντελούς έλλειψης καλών σεναρίων και σεναριογράφων από την τηλεόραση, πολλώ δε μάλλον από τον κινηματογράφο. Πέρα από τον προϋπολογισμό που απαιτείται, τα τεχνικά μέσα, τους ηθοποιούς και τη σκηνοθεσία, αυτό που έχει πλέον τη μεγαλύτερη σημασία -και από αυτό πάσχουμε- είναι αυτός που αποφασίζει να γράψει και να εκτεθεί δημόσια οφείλει να έχει να πει κάτι.

Μίλα μου... αλαμπουρνέζικα
Εκτός από την αντιγραφή παλιών επιτυχημένων συνταγών στα σίριαλ, έχουμε και το νέο φρούτο της αποδόμησης. Η αντίληψη του «μεταμοντερνισμού» στην τέχνη, που αντιδρά στη φόρμα χρησιμοποιώντας παραδοσιακά στοιχεία σε πρωτότυπες συνθέσεις, απέχει μακράν από το σίριαλ της Μυρτώς Κοντοβά που προβάλλεται στο Mega. Το συγκεκριμένο σίριαλ, που υποτίθεται ότι στηρίζεται σε ένα σενάριο μακριά από τα συμβατικά, όπως είναι και η ομώνυμη στήλη και η περσόνα που καλλιεργεί έντεχνα η δημιουργός, κατορθώνει τελικά να δημιουργήσει ήρωες με στοιχεία καρικατούρας, αδιέξοδους διαλόγους εμπνευσμένους από σουρεαλιστικές φαντασιώσεις και χιούμορ κρύο έως ανύπαρκτο, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, και κυρίως χωρίς καμία υπόθεση. Επίσης, η ανάγκη απεικόνισης μιας ζωής παράλληλης με αυτήν που ζουν οι κανονικοί άνθρωποι -τους οποίους, φευ, απεχθανόμαστε-, που μπορούν από το πουθενά να χαίρονται και να κάνουν πάρτι, να βρίσκουν χρήματα στο δρόμο, να κάνουν σεξ στα όρθια με όλους τους τεχνικούς της Αθήνας και να ζουν το ελληνικό όνειρο στο Γκάζι και στον Κεραμεικό, και κυρίως τη νύχτα, κατοικεί στο μυαλό της δημιουργού μεν, αλλά δεν κατορθώνει να μας πείσει τηλεοπτικά για το πόσο μας αφορά η ιστορία της.

Η αποτυχία της υλοποίησης
Φαντάζομαι ότι η δημιουργία ενός τέτοιου σίριαλ πηγάζει από την ανάγκη του σεναριογράφου να μιλήσει για τη δική του οπτική πάνω στην πόλη. Να καταθέσει τη δική του μαρτυρία απέναντι σε όσα συμβαίνουν σε διαφορετικούς ανθρώπους, που πνίγονται από τη στυγνή καθημερινότητα αλλά κατορθώνουν ως διά μαγείας να μη χάνουν το κέφι τους και να παραμένουν διαφορετικοί, ενδιαφέροντες και με κέφι. Αυτή η ιστορία -την οποία εν πολλοίς προσπάθησε να μας πει η κ. Κοντοβά και με τα περσινά «Υπέροχα πλάσματα»- είναι μάλλον μια αυτοβιογραφική της ανάγκη. Μια ανάγκη που είναι κοινή -και γι’ αυτό βρίσκει μεγάλη απήχηση στη στήλη και στους στίχους της- σε ανθρώπους που σαραντάρισαν και επιμένουν να πηγαίνουν κόντρα στο συρμό, ό,τι εννοούν εκείνοι ως συρμό. Να μην παντρεύονται, να απελευθερώνονται σεξουαλικά, να ζουν την αιώνια εφηβεία και να παλεύουν για τη διατήρηση ενός αέναου καλοκαιριού. Αυτή η ζωή έχει όντως ενδιαφέρον να ιδωθεί, γι’ αυτό και τα «Υπέροχα Πλάσματα» ήταν μια συγκινητική και φιλόδοξη προσπάθεια. Το «Μίλα μου βρώμικα», όμως, όχι μόνο δεν σε ταξιδεύει πουθενά αλλά κακοποιεί και τη γλώσσα. Με πρόσχημα τον αγοραίο προφορικό λόγο, οι ήρωες δεν ολοκληρώνουν ποτέ μια φράση, επιδίδονται σε άψυχα τσιτάτα και εξυπνακισμούς. Με αφελές σενάριο και προγλωσσικές κραυγές, έχουν δίκιο οι ήρωες της σειράς που έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στην καλή νεράιδα.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Ρέκβιεμ για ένα stage


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, για να σε αντέξει η σκηνή πρέπει να εκτεθείς επαγγελματικά σε πολλά επίπεδα μαθητείας.

25.10.09 ΚΥΡΙΑΚΗ
Η λέξη «stage» δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιείται λανθασμένα από την πλειοψηφία των ΜΜΕ και των πολιτών. Η προφορά της ως αγγλικό «στέιτζ», που σημαίνει σκηνή, είναι προφανώς πιο προσφιλής έννοια στους Έλληνες, που αναγκάζονται από νωρίς να μάθουν ως μητρική (σχεδόν) τη γλώσσα της Γηραιάς Αλβιώνας. Ο θεσμός, όμως, που πνέει πλέον τα λοίσθια από τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ λέγεται stage και διαβάζεται «σταζ». Ήταν οι Γάλλοι αυτοί που εφάρμοσαν κατά κόρον το μεταβατικό στάδιο επαγγελματικής μαθητείας σε νεαρούς πτυχιούχους. Με γνώμονα την ανάγκη σύνδεσης των σπουδών με την πραγματικότητα και τις εργασιακές συνθήκες, οι Γάλλοι εφαρμόζουν το θεσμό του stage ως την απαραίτητη περίοδο μαθητείας για όλους τους τελειόφοιτους φοιτητές, λίγο πριν γίνουν επαγγελματίες. Πώς αυτή η υπέροχη και συνάμα εποικοδομητική περίοδος για την τρυφερή ηλικία των 22+ μπορεί εδώ στην Ελλάδα να φτάσει σε τέτοια επίπεδα παρερμηνείας για το ρόλο και τη χρησιμότητά της; Πώς και από ποιους κατέληξε όλα αυτά τα χρόνια από «σταζ» μαθητείας και πρώτης επαγγελματικής γνωριμίας να μετατραπεί σε «στέιτζ» εργασιακού βολέματος και κομματικών πιέσεων κατά της ανεργίας;

Είναι γεγονός ότι έχουμε ένα τεράστιο ταλέντο ως φυλή να βρίσκουμε εχθρούς εκεί που δεν υπάρχουν και λύσεις εις βάρος του συνόλου. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να θεωρηθούν και ένα. Δηλαδή, εάν προσπαθήσουμε να βρούμε δουλειά χρησιμοποιώντας όλα τα αθέμιτα μέσα, παρακάμπτοντας επετηρίδες, λαδώνοντας σε διαγωνισμούς, προσφεύγοντας στη βοήθεια ισχυρών από τα κόμματα ή άλλες αδελφότητες, τότε αξιοποιούμε τη δυνατότητα της λύσης εις βάρος του συνόλου. Εάν, όμως, βρούμε στο δρόμο μας εμπόδια για το βόλεμά μας, κάποιος μας πάρει είδηση, το κόμμα στο οποίο εναποθέτουμε τις ελπίδες μας φεύγει από την εξουσία, τότε είμαστε σίγουροι ότι κάποιος μας την έχει στήσει. Η αλήθεια είναι ότι όποιος πέρασε από ένα τέτοιο stage σε δημόσιο οργανισμό, κάτι το οποίο, ευτυχώς ή δυστυχώς, διαθέτει ως «προϋπηρεσία» η γράφουσα πριν από μία δεκαετία και βάλε, και εάν επιθυμεί για τον εαυτό του κάτι καλύτερο, κάτι δημιουργικότερο, ενδεχομένως και κάτι με μεγαλύτερες προοπτικές εξέλιξης, δεν μπέρδεψε ποτέ τη χρησιμότητα του stage. Διότι πώς είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να παρερμηνεύσεις την περίοδο εκείνη της φοιτητικής σου ζωής που ανέμελος κάνεις Erasmus (αυτό έτσι προφέρεται) και να πεις ότι κάνεις, ας πούμε, διδακτορικό στην πόλη της αλλοδαπής που σε φιλοξενεί... Πώς είναι δηλαδή δυνατόν να πιστεύεις ότι μπαίνοντας σε ένα δημόσιο οργανισμό θα μπορέσεις σιγά-σιγά να μονιμοποιηθείς, αφού όλη η φύση της εργασίας είναι συνεπικουρική, ανασφάλιστη, χωρίς κανονικές αρμοδιότητες, χωρίς καμία ευθύνη και χωρίς καμία προοπτική. Από την άλλη, πώς είναι δυνατόν ένα νέο παιδί να επιθυμεί να «τρουπώσει» σε μια τέτοια υπηρεσία, τη στιγμή που το επίπεδο στους δημόσιους οργανισμούς -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- είναι πολύ χαμηλό σε παραγωγικότητα και προσόντα. Αυτή η καραμέλα περί ανεργίας και δυσκολίας εκεί έξω, στη ζούγκλα της εργασιακής καθημερινότητας, μας φέρνει αντιμέτωπους με το τρίτο χαρακτηριστικό της φυλής μας.

Η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας εντοπίζεται στο ναρκισσισμό της. Σε ένα ναρκισσισμό που καλλιεργεί εντέχνως μια αψεγάδιαστη εξωτερική εικόνα, αφήνοντας το εσωτερικό στο χάος του. Δεν έχει σημασία πόσα χρήματα βγάζουμε, πώς τα βγάζουμε, τι δυνατότητες έχουμε για επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη, πόσες προσπάθειες καταβάλλουμε για τη βελτίωση των προσόντων και των συνθηκών, σημασία έχει πώς δείχνουμε προς τα έξω. Η έξωθεν καλή μαρτυρία μιας άνετης και τακτοποιημένης ζωής, η απόδειξη ότι βολευτήκαμε και τα καταφέρνουμε ασχέτως προσπάθειας είναι η επιτομή μιας παθογόνας κοινωνίας· η οποία δυσκολεύεται να αντιληφθεί τα οικονομικά μεγέθη και τις πραγματικές δυνατότητες του κράτους της, παρά προτιμά να κλείνει τα μάτια απέναντι σε οτιδήποτε θα τη φέρει σε κρίση, σε σύγκριση ή σε αξιολόγηση. Η αναπόφευκτη δυναμική προς την εξέλιξη που θέλει και ρήξεις είναι απειλητική για όποιον χτίζει τη ζωή του σε σαθρό έδαφος ψευδών εντυπώσεων και απατηλών φαντασιώσεων. Και αντί για την αναζήτηση των «εύκολων» stage -πίσω από τα οποία γελοιωδέστατα κρύβονται διάφοροι πολιτικοί εκμεταλλευτές- θα ήταν πιο έντιμο για όλους αυτούς τους ανθρώπους που αναζητούν εργασία να βελτίωναν τα προσόντα τους με μια διά βίου μαθητεία ή με μια τεχνική εκπαίδευση ικανή να απορροφήσει μεγάλο κομμάτι της υπάρχουσας ανεργίας. Αφήνοντας κατά μέρος το πλαστό φαίνεσθαι και επενδύοντας στο ασφαλές είναι.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης


Η τηλεόραση στέκεται αμήχανη απέναντι σε ανθρώπους που θεωρεί τηλεοπτικά δημιουργήματά της και ξαφνικά αποφασίζουν να αποστασιοποιηθούν, να χαράξουν μια διαφορετική πορεία, μακριά από τα έντονα φώτα της δημοσιότητας.

Το τεράστιο όμως τηλεοπτικό «χωνευτήρι», που ανακατεύει τα καλύτερα και τα χειρότερα προσδίδοντάς τους κοινή αισθητική, είναι ικανό να φιλοξενήσει την ίδια στιγμή σε διπλανά παράθυρα την αμαρτία με την αγιοσύνη, κάνοντας την αμαρτία να φαίνεται γλυκιά και την αγιοσύνη τρομακτική.

Το μοναστικό πνεύμα
Στη χθεσινή μεσημεριανή εκπομπή της Φαίης Σκορδά «Πολύ μπλα-μπλα» οι ρεπόρτερ της εκπομπής βρήκαν τη Ναταλία Λιονάκη, τη νεαρή ηθοποιό που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στον Θεό, τη στιγμή της άφιξής της στην Αθήνα. Η 32χρονη γυναίκα, που έχει επιλέξει από το Μάιο τη ζωή της μοναχής, επισκέφθηκε το κλεινόν άστυ γιατί η μητέρα της νοσηλεύεται στο νοσοκομείο. Με μαύρα ρούχα, ένα μεγάλο κομποσχοίνι στο χέρι και άβαφη, η πρώην ηθοποιός κοιτά την κάμερα που την έχει πάρει στο κατόπι προσπαθώντας να εξηγήσει με όσο το δυνατόν πιο μειλίχιο τρόπο τους λόγους που την οδήγησαν στο δρόμο του Θεού. Η μαρτυρία της, που διατράνωνε ότι για πρώτη φορά έχει επιλέξει σωστά για τη ζωή της, συνοδεύτηκε με σχόλια αμφισβήτησης και σχετικής υπονόμευσης από το στούντιο της εκπομπής. Κανείς από όλους όσοι κοσμούν τα διάφορα χαρούμενα μεσημεριανά πάνελ -και όχι άδικα- δεν μπορεί να διανοηθεί πώς είναι να εγκαταλείπεις αυτό το τσίρκο που αυτοί λένε ζωή. Διότι ασχολούνται με την ηθοποιό εξαιτίας του πρότερου βίου της, που ήταν λουσμένος στα φώτα της δημοσιότητας, και η σύγκριση βαραίνει αρνητικά στο δικό τους νου. Πώς είναι δηλαδή δυνατόν να εγκαταλείπει κάποιος τα εξώφυλλα για τη μοναχικότητα.

Η μοναξιά του εφήμερου
Με την τρομερή δυνατότητα που έχουν οι εκπομπές να περνάνε από το ένα θέμα στο άλλο, η ακριβώς επόμενη εικόνα αφορούσε ένα άλλο όμορφο κορίτσι, που όμως κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά. Ο λόγος για την Τζούλια Αλεξανδράτου, έναν ξανθό άγγελο, που επιλέγει για τη ζωή του ένα διαφορετικό δρόμο, το ίδιο μοναχικό. Περιφερόμενη από εκπομπή σε εκπομπή, αλλάζοντας επαγγέλματα, επενδύοντας στο σώμα της, διότι, όπως λέει, είναι η δουλειά της, η νεαρή κοπέλα αφήνεται όλο και περισσότερο σ’ έναν κόσμο λαμπερό αλλά απατηλό. Με γνώμονα την αναγνωρισιμότητα, τα πλούτη και την εύκολη ζωή, βουτά τελικά στα δύσκολα. Διότι όσο και να θεωρείται ότι ο δρόμος της αρετής είναι ο μόνος δύσκολος, σε πολλές περιπτώσεις οι συγκυρίες, οι εμπειρίες αλλά και τα τραύματα που επιφέρει ο δρόμος της «κακίας» χαράσσουν την ψυχή με τρόπο ανεξίτηλο. Άλλωστε, οι δύο εικόνες δίπλα-δίπλα, η εγκόσμια Τζούλια και η μοναχή Ναταλία, έχουν πολλά κοινά. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και οι δύο προδίδουν κάτι για να έχουν κάτι άλλο. Και οι δύο βιώνουν μια απέραντη ανάγκη για αφοσίωση και αγάπη, ενώ νιώθουν από πριν μόνες. Είτε προδίδοντας το σώμα, αναβαθμίζοντας το πνεύμα και την ψυχή, είτε προδίδοντας το συναίσθημα για να προβληθεί το σώμα, και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος μένει μισός. Και ακόμα πιο μισός μένει όταν αναζητά βήμα εξομολόγησης στην τηλεόραση.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Η ντροπή και η αλαζονεία


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει ο καθένας δεν διαμορφώνει μόνο τη συμπεριφορά, γαλουχεί και την ψυχή.

16.10.09 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Την Παρασκευή το βράδυ ένα συμπαθητικό νεαρό αγόρι, μέλος μιας ευρύτερης παρέας, έπινε το ποτό του διασκεδάζοντας. Πιάσαμε την κουβέντα ανταλλάσσοντας αυτές τις ελαφριές και χαριτωμένες παρόλες που λένε δύο άγνωστοι συνοδεία αλκοόλ. Με ρώτησε με τι ασχολούμαι και τελείως αόριστα του απάντησα για τη φύση της δουλειάς μου. Δεν ήταν στους βραδινούς μου στόχους να μιλήσω για τα καμώματα της ημέρας, αλλά θεώρησα ευγενικό να του απευθύνω και εγώ την ίδια ερώτηση. Τότε, με έκπληξη διαπίστωσα ότι ο νεαρός αυτός, που φαινόταν αρκετά έξυπνος και ετοιμόλογος, κόμπιασε στην απάντηση. Αίφνης, με κοιτά στα μάτια και μου λέει: «Κάνω το χειρότερο επάγγελμα». Χωρίς να αντιλαμβάνομαι τι είδους χιούμορ ήταν αυτό που έκανε, συνέχισα στο ίδιο κλίμα, λέγοντάς του «Τι είσαι; πολιτικός ή δικηγόρος;».
Στην απάντησή μου αντέδρασε λέγοντας «Μακάρι να ήμουν ένα από τα δύο. Είμαι κάτι χειρότερο. Είμαι αστυνομικός».

17.10.09 ΣΑΒΒΑΤΟ
Η συζήτηση, όπως ήταν επόμενο, δεν συνεχίστηκε και πολύ, όχι γιατί υπήρχε κάποιο πρόβλημα από μέρους μου να συζητήσω με έναν νεαρό που έκανε το επάγγελμα του αστυνομικού, αλλά επειδή εκείνος αισθάνθηκε ότι είχε αποκαλύψει κάτι το οποίο έπρεπε να ντρέπεται να ομολογεί μπροστά σε κορίτσια. Αυτή η στάση με έβαλε σε σκέψεις και ντράπηκα για λογαριασμό μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Τι είναι αυτό που δημιουργεί στις ψυχές των ανθρώπων τόση μεγάλη αιδώ τη στιγμή που καμιά φορά σ’ αυτήν τη ζωή δεν επιλέγεις πάντα το ιδεώδες για εσένα; Ιδίως σε περιπτώσεις σαν του νεαρού, που φαντάζομαι ότι είναι άπειρες ανάμεσά μας, σε ποιο βαθμό έχει βάλει η κοινωνία το χέρι της ώστε παιδιά που έρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, από κάθε γωνιά της επαρχίας, που συντηρούν τον εαυτό τους, ενδεχομένως και τους γονείς τους, που επιλέγουν μια έντιμη διαβίωση, να επιφορτίζονται επιπλέον με το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής;

Ποια είναι τα επαγγέλματα που θεωρούνται κατακριτέα, και γιατί, πέρα από αυτά που ξεπερνούν το νόμο, διατηρούνται στη συνείδησή μας ως τέτοια. Μπορεί η Αστυνομία να μη βοηθά πάντα τον εαυτό της διατηρώντας μια αξιοπρεπή κοινωνική εικόνα, αλλά αυτό συμβαίνει επίσης κατά κύριο λόγο στην πολιτική, αλλά και σε άλλους τομείς της επαγγελματικής δραστηριότητας. Η ντροπή όμως από ό,τι φαίνεται είναι ίδιον ενός ευαίσθητου ανθρώπου που παλεύει με τις ενοχές του απέναντι σε κάτι που δεν διέπραξε, σε κάτι που το κληρονόμησε σχεδόν προπατορικά. Από την άλλη, επαγγελματίες της πολιτικής, των επιχειρήσεων ή ακόμα και των ΜΜΕ, που έχουν βουτήξει λίγο έως πολύ το χέρι τους στο αίμα, θεωρούν ντεμοντέ και μικροαστικό να διαθέτουν τέτοιου είδους περιττές ευαισθησίες.

18.10.09 ΚΥΡΙΑΚH
Αφήνοντας στην άκρη -για ευνόητους λόγους- τα καθημερινά ελληνικά παραδείγματα των τέκνων των ισχυρών που απολαμβάνουν τη θέση των γονιών τους και κληρονομούν το δικαίωμα της διαδοχής χωρίς να έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, στέκομαι στην περίπτωση της Γαλλίας και του υιού Σαρκοζί.

Ο Ζαν Σαρκοζί στα 23 του χρόνια, με μόλις ένα χρόνο σπουδών στη Νομική, καλείται από τον πατέρα του να αναλάβει τη διοίκηση του σημαντικού δημόσιου οργανισμού EPAD, που χειρίζεται το μεγαλύτερο επιχειρηματικό κέντρο του Παρισιού «La Defense». Ο υιός αυτός, όσο φέρελπις και εάν είναι, δεν διαθέτει ακόμα τα απαιτούμενα προσόντα και την εμπειρία να τεθεί επικεφαλής ενός τέτοιου οργανισμού. Αυτό όμως που θεωρείται σκάνδαλο και όνειδος για έναν Πρόεδρο που πολέμησε ενάντια στην οικογενειοκρατία, λίγα χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας μετατρέπει εαυτόν σε βασιλιά με κληροδοτικά δικαιώματα.

Ο Ζαν Σαρκοζί άραγε αισθάνεται ντροπή γι’ αυτό; Μεγαλωμένος σε ένα ελλειπτικό αλλά αλαζονικό περιβάλλον, μάλλον θεωρεί δεδομένες την εξουσία, την επιρροή και την επιβολή. Είναι προγραμματισμένος, όπως τόσα και τόσα άλλα «επώνυμα» παιδιά σε όλο τον κόσμο, να μην αισθάνεται ντροπή για τις παράλογες επιδιώξεις του. Ο κόσμος στο μυαλό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα franchising της οικογενειακής του επιχείρησης, όποια και εάν είναι αυτή.

Άλλωστε, η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που σε κάνει να ψάχνεις βαθύτερα τον εαυτό σου. Ποιος, όμως, χρειάζεται κάτι τέτοιο όταν είναι ψηλά στην ιεραρχία.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Χωρίς μέικ-απ


Την προηγούμενη Δευτέρα δύο από τις πιο εντυπωσιακές γυναίκες της ελληνικής τηλεόρασης αποφάσισαν να «πουν» την αλήθεια στον τηλεθεατή. Να εμφανιστούν δηλαδή για πρώτη φορά άβαφες, κάτω από το αδηφάγο μάτι του ζηλόφθονος ανταγωνισμού και του τηλεοπτικού κοινού, ώστε να αποδείξουν ότι ακόμα και έτσι έχουν πέραση.

Ντύσου πρόχειρα και βγάλε το κραγιόν σου
Το τηλεοπτικό κοινό, φιλοπερίεργο και απαιτητικό, είχε την πολυτέλεια να δει για μία ίσως και μοναδική φορά την Τατιάνα Στεφανίδου και την Ελένη Μενεγάκη διά γυμνού οφθαλμού. Φυσικά το εγχείρημα δεν ήταν πρωτότυπο, μία άλλη ξανθιά, ιέρεια των πρωινάδικων, το είχε τολμήσει πρώτη πριν από περίπου 15 χρόνια. Παρουσιάστηκαν, λοιπόν, στην εκπομπή τους όπως ξυπνάνε το πρωί, προκειμένου να τονώσουν την αυτοπεποίθηση του κοινού τους αποδεικνύοντας ότι όλος ο κόσμος που εκτίθεται μπροστά στις κάμερες απολαμβάνει ένα υψηλών προδιαγραφών και σύνθετο καλλωπιστικό «ρεκτιφιέ», που κάνει θαύματα. Με απλά ελληνικά, το μάθημα της Δευτέρας για όλες τις γυναίκες που ζηλεύουν ή θαυμάζουν τα καλλίγραμμα σώματα και τα καλοσχηματισμένα πρόσωπα των δύο λαμπερών Ελληνίδων περιείχε το επιμύθιο ότι δεν είναι η φυσική τους ομορφιά που ξεχωρίζει τόσο από τη μέση Ελληνίδα αλλά το μακιγιάζ και η φροντισμένη τους ένδυση.

Η αλήθεια κάτω από τους μαύρους κύκλους
Ποιος είναι, όμως, ο πραγματικός λόγος που η τηλεοπτική εικόνα ξαφνικά, μετά από τόσα χρόνια βελτιωτικών επεμβάσεων, μακιγιάζ και χρυσόσκονης (όλοι θυμούνται πώς ξεκίνησαν στα πρώτα τους βήματα όχι μόνο οι συγκεκριμένες αλλά και άλλες Ελληνίδες «σταρ»), έχει την ανάγκη να αποκαλυφθεί; Προς τι η τόλμη και η ενσυναίσθηση με όλες τις γυναίκες του κοσμάκη; Η αλήθεια κρύβεται στην ανάγκη της τηλεόρασης να δημιουργεί συνεχώς συμμάχους. Σε αυτή την περίοδο της οικονομικής κρίσης και της ανώμαλης προσγείωσης, οι γκλαμουράτοι και οι καβαλημένοι, άσχετα με το εάν το πιστεύουν ή όχι, οφείλουν να προσαρμοστούν στα νέα κοινωνικά δεδομένα που ανακύπτουν, εάν θέλουν και εκείνοι να επιβιώσουν. Η περίοδος της εξωπραγματικής χλιδής και της ασυλίας όσων κάνουν καλοπληρωμένες καριέρες στην πλάτη του κόσμου δείχνει να πνέει τα λοίσθια. Η ανάγκη της εποχής χαρακτηρίζεται από ευελιξία και απλότητα, προσαρμοσμένες στις πραγματικές δυνατότητες αυτής της μικροαστικής και ασθμαίνουσας κοινωνίας. Το ρετούς σαν μια συμβολική κοινωνική διάσταση καλύπτει και συντηρεί, αναδεικνύει και εξωραΐζει στοιχεία ανθρώπων που έχουν τη δύναμη και την εξουσία να επιβληθούν. Δεν λειτουργεί το ίδιο για τους απλούς ανθρώπους, που δεν διαθέτουν τα δίκτυα για να πετυχαίνουν την αέναη ανακύκληση της εξουσίας, της όποιας εξουσίας. Ακόμα και τη στιγμή της αποκάλυψής τους, της υποτιθέμενης τόλμης τους να εμφανιστούν «γυμνοί» μπροστά στο κοινό τους, οι «ισχυροί» παίζουν ένα παιχνίδι στημένο. Και θα είναι πάντα στημένο εφόσον η τηλεόραση, όπως και τα κόμματα, είναι μέρη ενός συστήματος που θα κάνει τα πάντα για να συντηρείται αλώβητο από τους κλυδωνισμούς. Τα πάντα... ακόμα και ντεμακιγιάζ.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Η ελπίδα και το Νόμπελ Ειρήνης


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, ακόμα και στην πολιτική, όπως και στη ζωή, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

10.10.09 - ΣΑΒΒΑΤΟ

Την Παρασκευή το πρωί, στο άκουσμα της βράβευσης του Μπαράκ Ομπάμα για το Νόμπελ Ειρήνης, διαμείφθηκε μεταξύ δύο φίλων ένας άκρως σουρεαλιστικός διάλογος.

-Ο Ομπάμα πήρε Νόμπελ Ειρήνης...

-Για ποια Ειρήνη;

-Για μια φίλη του μωρέ...

Αυτός ο σχεδόν παιδιάστικος διάλογος αναδεικνύει την έκπληξη, η οποία μετατρέπεται σχεδόν σε δυσπιστία, για μια βράβευση που αφορά τις πρωτοβουλίες ενός ηγέτη που ελήφθησαν μέσα σε 8 περίπου μήνες. Τον περασμένο Ιανουάριο ο χαρισματικός Αφροαμερικανός πολιτικός κατόρθωσε σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάληψη της προεδρίας να γοητεύσει τους Αμερικανούς, να πείσει σχεδόν το σύνολο των Ευρωπαίων και να επαναφέρει το χαμένο όραμα στην αμερικανική πολιτική. Πιστός, στο μέτρο φυσικά του εφικτού, στις αρχικές του υποσχέσεις, έκανε βήματα προσέγγισης προς το Ιράν, στοχεύοντας στην αποπυρηνικοποίηση του κόσμου, προκειμένου οι επόμενες γενιές να ζήσουν σε έναν ασφαλέστερο πλανήτη.

Η συνεισφορά του Ομπάμα στη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης δεν είναι το μεγαλύτερο προσόν του, εξου και ήταν πολλές και ποικίλες οι αντιδράσεις στον παγκόσμιο χάρτη.

Η προσφορά του σχετίζεται περισσότερο με όσα έφερε ως πολιτικό ον και ως ανθρώπινη ύπαρξη στις ΗΠΑ. Είναι δηλαδή περισσότερα όσα προσκόμισε σε ψυχολογικό επίπεδο μέχρι σήμερα, παρά σε πραγματιστικό. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Οι λαοί τις τελευταίες δεκαετίες, αφού δεινοπάθησαν από μεγάλα οράματα και υψηλές στοχεύσεις μέχρι τη δεκαετία του ’60, γίνονται αντικείμενο λογιστικής και διοικητικής διαχείρισης. Οι ηγέτες τους είναι περισσότερο τεχνοκράτες παρά οραματιστές. Και αυτές είναι οι καλές περιπτώσεις, όπως η Άνγκελα Μέρκελ στη Γερμανία του 2009. Ο αντίποδας είναι συνώνυμος του επικίνδυνου λαϊκισμού ή των διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων και των θρησκευτικών προκαταλήψεων. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ο Τζορτζ Μπους.

Γι’ αυτό ο Μπαράκ Ομπάμα προσδίδει στην έννοια του πολιτικού την ελπιδοφόρα διάσταση που τόσο έχουν ανάγκη οι πολίτες όλων των χωρών. Επαναφέροντας την πίστη ότι η ηθική και η αξιοπρέπεια είναι αξίες που δεν θεωρούνται ξεπερασμένες, καθώς και το αίσθημα της διαφάνειας, μαζί με τη διάθεση για δράση, παραγωγικότητα και νέο στυλ προεδρίας, ο Ομπάμα βαστά στις πλάτες του ένα μεγάλο κομμάτι ψυχολογικής και συναισθηματικής προσδοκίας. Και θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στη διαχείριση αυτών των σύνθετων ελπίδων, ιδίως από τη στιγμή που οι περισσότερες είναι άρρητες και άυλες. Διότι η οργή που εκλύεται στην ψυχή του απελπισμένου είναι τοξική και καταστροφική σαν την πυρηνική ενέργεια.

11.10.09 - ΚΥΡΙΑΚH

Το 1990 ένας άλλος μεγάλος ηγέτης, εμπνευστής της αναδιάρθρωσης της άλλης υπερδύναμης, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, βραβεύτηκε με Νόμπελ Ειρήνης. Ο άνθρωπος που οραματίστηκε μια διαφορετική Σοβιετική Ένωση, που επένδυσε στην περεστρόικα στραμμένος με διάθεση και τόλμη στη μεταρρύθμιση της χώρας του σε ιδεολογικό, οικονομικό, πολιτικό και ηθικό επίπεδο, έλαβε την υψηλότερη διάκριση για τις προσπάθειες αυτές σε μια σημαδιακή χρονιά. Από το 1989 είχαν ήδη ξεκινήσει να καταρρέουν ένα ένα τα προπύργια του μεγάλου μεταρρυθμιστικού οράματος, φτάνοντας το 1990 στην τελική και ολοκληρωτική διάσπαση των κρατών. Το Νόμπελ Ειρήνης και σε εκείνη την περίπτωση δόθηκε για ψυχολογικούς λόγους. Η ανάγκη τόνωσης ενός μεγάλου ηγέτη και ο φόβος της επόμενης μέρας από την κατάρρευση της περεστρόικα έκανε τη Σουηδική Ακαδημία να επιβραβεύσει ή να προσευχηθεί για όσα έμελλε να έρθουν.

Η περίπτωση του Ομπάμα είναι μια περίπτωση υψηλών προσδοκιών. Και σε όλες τις μεγάλες προσδοκίες, όπως μας δείχνει καθαρά και ο Ντίκενς στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, πάντα ελλοχεύουν και μεγάλες ψευδαισθήσεις.

Η χειραγώγηση της χειραγώγησης


Το ρίσκο, οι πιθανότητες, οι αριθμοί και οι μετρήσεις εκτός από εργαλεία της μαθηματικής επιστήμης είναι και απαραίτητα συστατικά του τζόγου, όπως αυτός εκφραζόταν μέχρι πρότινος αποκλειστικά μέσα από τη χαρτοπαιξία, το νόμιμο ΠΡΟ-ΠΟ και τον ιππόδρομο. Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια ο τζόγος και η λαγνεία των προβλέψεων, των δημοσκοπήσεων και των αριθμών έχουν μεταφερθεί στο ελληνικό σπίτι μέσω της τηλεόρασης, πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

Στην αρχή ήταν τα «νούμερα»

Μέχρι πρότινος τα νούμερα που έκανε κάθε εκπομπή ανάλογα με την τηλεθέασή της αφορούσαν μόνο τους συντελεστές του εκάστοτε προγράμματος, τον καναλάρχη και τους διαφημιστές τους. Αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πορεία τηλεθέασης του κάθε «αλόγου» στο οποίο επένδυαν, να αναλύουν τους αστάθμητους παράγοντες και να προβλέπουν την επόμενη κίνησή τους. Τα τελευταία χρόνια, όμως, αυτά τα νούμερα δεν αφορούν μόνο τους επαγγελματίες, αφορούν και το -εκπαιδευόμενο- τηλεοπτικό κοινό. Από το πρωί μέχρι νωρίς το απόγευμα, σε ζώνες υψηλής τηλεθέασης συγκεκριμένες εκπομπές προβάλλουν τα ποσοστά τηλεθέασης της προηγούμενης ημέρας σχεδόν όλων των καναλιών, με το πρόσχημα ότι ενημερώνουν το κοινό. Καλλιεργώντας την πεποίθηση ότι ο κόσμος που παρακολουθεί ενδιαφέρεται να μάθει για την επαγγελματική πορεία του κάθε παρουσιαστή ή δημοσιογράφου -από τη στιγμή που με βάση αυτά τα νούμερα κρίνονται ζωές-, δημιουργούν εντέχνως τη δική τους τάση. Η τάση αυτή, η οποία μοιάζει πολύ με τακτικές ψυχολογικής και πνευματικής χειραγώγησης, χωρίζεται σε δύο παραμέτρους που καταλήγουν στον ίδιο σκοπό. Είτε προβάλλοντας όσους φέρνουν νούμερα και θεωρούνται φαβορί είτε στιγματίζοντας όσους διαγράφουν μια χειρότερη πορεία σε σχέση με το ανταγωνιστικό πρόγραμμα ή την περσινή τους επιτυχία, κατορθώνουν να φτιάξουν ένα εθισμένο αδηφάγο κοινό, που προπονείται περισσότερο στην ανθρωποφαγία και τη λεηλασία παρά στην παρακολούθηση, την ενημέρωση και την ψυχαγωγία. Τα ένστικτα αυτά που καλλιεργούνται -στηριγμένα σε μετρήσεις τηλεθέασης που πολλοί αμφισβητούν- είναι ο καθρέφτης των ενστίκτων που διαποτίζουν τον τηλεοπτικό «παράδεισο» και τους ενοίκους του όταν κλείνουν οι κάμερες. Μόνο που και οι χειρότεροι εγκληματίες χρειάζονται κάποτε συνενόχους.

Το κυνήγι των exit polls

Δυστυχώς, τα δημοσκοπικά παιχνίδια και η χειραγώγηση του κοινού δεν γίνονται μόνο σε ό,τι αφορά τα εσωτερικά της τηλεόρασης, γίνονται και στην πολιτική. Ιδίως σε περίοδο εκλογών, όπως αυτές που ζήσαμε την περασμένη Κυριακή, οι δημοσκόποι έχουν κληθεί να φέρουν στους ώμους τους το δύσκολο έργο της προφητείας. Χωρίς καν να ερωτηθεί, ο ενεργός πληθυσμός συμμετέχει εν αγνοία του στο πόκερ που έχει στρωθεί ανάμεσα στα κόμματα, στις εταιρείες δημοσκοπήσεων και τους καναλάρχες. Με το πρόσχημα πάλι του ζώντος ενδιαφέροντος του κόσμου, οι δημοσκόποι προβαίνουν σε αλχημείες, αγώνες ταχύτητας, ευρηματικούς τρόπους μαντεψιάς, μυστικές έρευνες, για να προλάβουν ένα αποτέλεσμα της ψήφου που κρύβεται στο μυαλό του κάθε ψηφοφόρου πριν τολμήσει εκείνος να τη σκεφτεί. Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα της υποτιθέμενης ενημέρωσης, βρίσκει δουλειά μια σειρά από αναλυτές, δημοσιογράφους, σχολιαστές, για να μασήσουν την τροφή που προορίζεται για το δικό μας στόμα. Η επιτυχία των οποίων δεν έγκειται απαραίτητα στο αποτέλεσμα της πιο δυνατής πρόβλεψης -είδαμε άλλωστε την Κυριακή ότι η έρευνα του ΣΚΑΪ δεν έδινε καν αυτοδυναμία στο ΠΑΣΟΚ- αλλά σε τι βαθμό θα έχουν κάνει πολτό το μυαλό μας.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Την επομένη των εκλογών


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, μετά τις χθεσινές εκλογές έγινε ακόμα πιο αισθητή η ανάγκη σχεδόν της πλειοψηφίας των πολιτών για επανεπένδυση σε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα.

05.10.09

ΚΥΡΙΑΚH

Η ωρίμανση μιας κοινωνίας θα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να παραλληλιστεί με την αναπτυξιακή και ψυχολογική ωρίμανση του ατόμου. Όσο πιο ανώριμος και ψυχολογικά ανέτοιμος είναι ένας άνθρωπος να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του και των επιλογών του, τόσο περισσότερο στηρίζεται στη γονεϊκή φιγούρα, μια φιγούρα που ταυτίζεται με την αυθεντία, την εξουσία και την ασφάλεια, ακόμα και φαντασιωσικά. Η πορεία, όμως, προς την πραγματική ενηλικίωση απαιτεί από το άτομο την καθολική ρήξη μέχρι την επόμενη οικοδόμηση. Όταν δηλαδή κατορθώσει να χειραφετηθεί, να συγκρουστεί με το παρελθόν και τις ρίζες του, με στόχο να ανακαλύψει τη δική του ταυτότητα και φωνή, τότε μόνο μπορεί να αναλάβει ρίσκα ή να εκτεθεί στον κόσμο των προκλήσεων χωρίς να είναι απαραίτητο το δίχτυ ασφαλείας της οικογενειακής προστασίας.

Μια αντίστοιχη διαδρομή διανύουν και οι πολίτες της κάθε κοινωνίας. Εκείνοι γίνονται τα παιδιά και οι εκάστοτε εξουσίες παίζουν το ρόλο των γονιών. Όσο πιο ανώριμη είναι η κοινωνία τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει για προστασία και φροντίδα μέσα στις φτερούγες της ισχυρής αυτοδυναμίας. Και σε αυτή τη στάση τούς δίνεται η ευκαιρία να καλλιεργήσουν την τέχνη της ονειροπόλησης, άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του ανθρώπου που δεν είναι ικανός να αντιληφθεί την πραγματικότητα με όρους πραγματιστικούς. Αφημένοι στη χαλαρωτική και μεθυστική δύναμη της ελπίδας και του ονείρου, μεταθέτουν όλα τα μελλούμενα στις πλάτες άλλων, αδιαφορώντας για τον τρόπο που θα βρουν οι εξουσίες να πραγματώσουν το όνειρο.

Μετά τη χθεσινή αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ σε ποσοστό 43,7% και το ποσοστό της ΝΔ στο 34,8% εξάγεται άμεσα το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες, στην πλειοψηφία τους -η οποία αγγίζει σχεδόν το ανατριχιαστικό 80%-, συνεχίζουν να πιστεύουν και να ελπίζουν ότι τα δύο μεγάλα κόμματα, με πανηγυρικό νικητή το ΠΑΣΟΚ, θα λύσουν τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που τα ίδια δημιούργησαν. Εκτός από την υπολογιστική σκέψη που κρύβεται πίσω από αυτή την επιλογή ψήφου, είναι σαφές ότι κρύβεται το βαθύτερο ψυχολογικό κίνητρο της έλλειψης αυτοπεποίθησης μιας κοινωνίας.

Μιας κοινωνίας που δεν τολμά να κάνει τομές, δεν προωθεί τις συλλογικότητες, δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της δύναμής της, δεν γνωρίζει το εύρος των δυνατοτήτων της.

Και που αρέσκεται στην κομματική τοποθέτηση σε κάθε βουλευτικές εκλογές έναντι της καθημερινής πολιτικής στάσης, που νιώθει καλύτερα όταν χειραγωγείται παρά όταν παίρνει πρωτοβουλίες, που νιώθει ασφαλής όταν λαμβάνουν άλλοι για εκείνη μέτρα, ακόμα και όταν ξέρει πως δεν θα τηρηθούν.

Το πρόβλημα που ξημερώνει δεν αφορά στενά το κόμμα που συγκέντρωσε την εντυπωσιακή αυτοδυναμία. Αφορά τη νοοτροπία μιας κοινωνίας που αλλάζει μεν, αλλά αλλάζει αργά και βασανιστικά. Όπως υπάρχουν πολλά πρόσωπα κοινωνικής σύνθεσης έτσι υπάρχουν και πολλές βαθμίδες κοινωνικής ωρίμανσης. Και μέσα σ’ αυτό το 80% του δικομματισμού ξεπηδά και ένα μικρό ποσοστό που τολμά δοκιμάζοντας μικρά κόμματα, μικρές ομάδες με διαφορετική νοοτροπία, χωρίς κομματικές αγκυλώσεις και βεβαρυμένο παρελθόν. Όπως για παράδειγμα συνέβη με τους Οικολόγους Πράσινους, που κατέκτησαν, για τη σύντομη πορεία τους στην πολιτική ζωή του τόπου, ένα ποσοστό σημαντικής κοινωνικής διαμαρτυρίας και δυναμικής. Για την ακρίβεια κατέκτησαν ένα μικρό μεν ποσοστό πολιτών, αλλά με υπολογίσιμη κοινωνική αξία, η οποία ενδεχομένως θα φανεί χρήσιμη και σε όσους «μεγάλους» οσμίζονται την ανάγκη των καιρών. Ο κ. Παπανδρέου και μετά τις χθεσινές επινίκιες δηλώσεις του επέμεινε στην πίστη του στην ωρίμανση των πολιτών και στο δρόμο που αυτοί υποδεικνύουν. Μένει να δούμε εάν εννοεί όσα πρεσβεύει ή αν αυτός είναι ένας ακόμα έξυπνος τρόπος για να καλλιεργεί αενάως το ναρκισσισμό των ψηφοφόρων του.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Διαμάντι χαμηλού προϋπολογισμού


Η πρώτη επίσημη εβδομάδα έναρξης της τηλεοπτικής σεζόν σκιαγράφησε τα χαρακτηριστικά που πρέπει να περιμένουμε φέτος από τη μικρή οθόνη. Εμφανής μείωση του προϋπολογισμού στο πρόγραμμα των καναλιών και ανθρωποκεντρικές επιλογές είναι τα δύο συστατικά της φθηνής ελληνικής τηλεόρασης, που προσβλέπει στην κατάκτηση του καταναλωτικού δυναμικού κοινού ηλικίας 15-44 ετών.

Οι προσωπικές ιστορίες
Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από την ανθρώπινη ζωή. Η τύχη, οι συνειδητές επιλογές, τα συναισθήματα, η δύναμη του μυαλού, οι αναποδιές αλλά και οι επιτυχίες είναι όλα αυτά που συνοδεύουν τη μοίρα και την κάνουν -παρ’ όλο που είναι κοινή- τόσο διαφορετική από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η τηλεόραση -αλλά και ο κινηματογράφος και το θέατρο- έχει τη δυνατότητα να καθηλώσει το κοινό της προβάλλοντας αναρίθμητες ζωές, αναρίθμητες ιστορίες. Με μόνο όχημα την κάμερα και μια υπαρκτή ή και φανταστική αφήγηση, η μικρή οθόνη μπορεί να ψυχαγωγήσει, να διδάξει αλλά και να συγκλονίσει. Πολλές από τις υπάρχουσες εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση -ακόμα και τα ριάλιτι- στηρίζονται σ’ αυτήν τη σύλληψη (έχουν αυτό το concept, όπως θα έλεγαν και τα στελέχη της). Το κίνητρο, όμως, όλων αυτών των παραγωγών δεν βασίζεται σε ένα πραγματικά ανθρώπινο ενδιαφέρον. Πίσω και μπροστά από την κάμερα πιο πολύ γοητεύονται από την ίντριγκα, το κουτσομπολιό και την αδιακρισία, χωρίς να μπορούν να δουν ή να πράξουν πέρα από αυτά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι μεσημεριανές εκπομπές κουτσομπολιού, που μαστίζουν σαν μεταδοτικός ιός την ελληνική τηλεόραση, ή ριάλιτι όπως το «Πάμε Πακέτο» αλλά και το «Αξίζει να το δεις» με την Τατιάνα Στεφανίδου. Η τελευταία εκπομπή, σαφώς πιο ανθρωποκεντρική από τις υπόλοιπες, στερείται δυστυχώς βάθους και πραγματικού ενδιαφέροντος, και αυτό οφείλεται στην ίδια την παρουσιάστρια. Χωρίς να έχει αναμετρηθεί πραγματικά με τον εαυτό της και τα συναισθήματά της, δεν κατορθώνει να τσαλακώσει ουσιαστικά την εικόνα της, και επιπροσθέτως πάσχει από έλλειμμα ικανών και επιστημονικά καταρτισμένων συνεργατών. Η διάθεσή της, για παράδειγμα, να φέρει στο προσκήνιο την επιλογή μιας γνωστής ηθοποιού να αφοσιωθεί στον Θεό θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για όλους εάν στηριζόταν σε μια βαθιά, πολύπλευρη ανάλυση, που θα ξέφευγε από τα στενά όρια επιλογών του συγκεκριμένου προσώπου και του δράματος των συγγενών του.

Το ποιοτικό δεν είναι πάντα ακριβό
Σε μια κακή χρονική στιγμή για την ελληνική τηλεόραση -που σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις θα περάσει μία από τις χειρότερες χρονιές της-, το HBO στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού δημιουργεί το «In Treatment». Βασισμένο σε μία απλή φόρμα, φτιάχνει ένα σίριαλ-αριστούργημα μικρού προϋπολογισμού. Ένας ψυχαναλυτής καθισμένος στο γραφείο του πέντε ημέρες την εβδομάδα συναντά διαδοχικά ασθενείς σε μια real-time συνεδρία. Χωρίς πολλά εξωτερικά γυρίσματα και με ένα βασικό ήρωα -οι υπόλοιποι που κάνουν τους ασθενείς λειτουργούν ως guests-, το «In Treatment» με χαμηλό φωτισμό αποκαλύπτει μεγαλειωδώς τα λάθη και τα πάθη της ατελούς ανθρώπινης ύπαρξης. Στο ρόλο του ψυχαναλυτή είναι ο θεατρικός ηθοποιός Γκάμπριελ Μπερν. Στις ΗΠΑ, όπου η σειρά πρωτοπαίχτηκε και γνώρισε τεράστια επιτυχία, έχει ολοκληρωθεί ήδη ο δεύτερος κύκλος. Η διανομή της, όμως, έχει φθάσει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και στο Ισραήλ, ενώ τελευταία την αγόρασε το Sky Arts1 για λογαριασμό της Μεγάλης Βρετανίας, το οποίο θα την προβάλει για πρώτη φορά στις 5 Οκτωβρίου. Η Ελλάδα, ως γνωστόν, θα την ανακαλύψει πέντε χρόνια αργότερα, αφού πρώτα προβάλει το «Sex and the City» (άλλη μία παραγωγή της HBO) για χιλιοστή φορά.
Η επιτυχία της βασίζεται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά μια σειρά που απευθύνεται στη μαζική τηλεόραση καταπιάνεται με τα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και την παθολογία του πολιτισμού με επιστημονική μέθοδο αλλά και δραματοποιημένη μορφή. Η παραγωγή μπορεί να δημιούργησε φανταστικές ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων, εντούτοις προσέγγισε κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της ικανούς ψυχαναλυτές για να ορίσουν το πλαίσιο της συνεδρίας, να σκιαγραφήσουν το χαρακτήρα του ψυχαναλυτή και να αποδώσουν πειστικά και με σεβασμό την ιερή και αδιατάραχτη στιγμή του θεραπευτή με το θεραπευόμενό του. Επιπλέον, πέρα από την πιστή απεικόνιση του θεραπευτικού πλαισίου, αυτή η τηλεοπτική σειρά διαθέτει την τόλμη να θίξει προσωπικά ζητήματα που απασχολούν όλους τους ειδικούς της ψυχικής υγείας, από τη στιγμή που είναι και αυτοί άνθρωποι, αλλά και φλέγοντα κοινωνικά θέματα, που πάντα επηρεάζουν την ατομικότητα των ανθρώπων, όπως είναι ο πόλεμος στο Ιράκ για τους Αμερικανούς. Αυτή η σειρά, σε μια περίοδο απόλυτου τηλεοπτικού ξεπεσμού για τα ελληνικά δεδομένα, έρχεται ως απάντηση απέναντι στην οικονομική κρίση και στη λαγνεία για την κλειδαρότρυπα. Δύο αιτίες που επικαλούνται ως πρόσχημα τα στελέχη της τηλεόρασης για να επιλέξουν ευτελή προγράμματα για τις μάζες...