Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η οικονομική κρίση και το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η κατανάλωση, παρ’ όλο που αποτελεί τη σημαντικότερη διέξοδο στο μελαγχολικό κλίμα της οικονομικής κρίσης, δεν μπορεί να κρύψει την πραγματική μας γύμνια.

13.12.09 ΚΥΡΙΑΚΗ

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στη Νέα Υόρκη, όπου βρέθηκα περίπου για μία εβδομάδα, προσκεκλημένη του Ιδρύματος Ωνάση με αφορμή τα εγκαίνια μιας σημαντικής έκθεσης εικόνων της βενετοκρατούμενης Κρήτης του 15ου και του 16ου αιώνα, η πόλη ήταν γιορτινή. Φωτισμένη με μερικές χιλιάδες παραπάνω φωτάκια από πέρυσι, πολύβουη και αστραφτερή, υποκλινόταν με στιλ, όπως μόνο εκείνη κατέχει, στις ορδές των τουριστών από κάθε γωνιά της γης. Οι Ευρωπαίοι, πιστοί εραστές του Μανχάταν, οι ιδιαίτεροι και εκλεπτυσμένοι Ασιάτες, αλλά και οι νέες αφίξεις των πολύπαθων Ρώσων, κάποιοι από τους οποίους έχουν συντονιστεί στους ρυθμούς του άκρατου καπιταλισμού, έδιναν στην πόλη την ψευδαίσθηση μιας οικονομικής ευημερίας, μιας ηρεμίας γιορτινής, που επικρατεί μόνο στα παραμύθια. Εικόνες χριστουγεννιάτικες, μαγικές, άνθρωποι φιλόξενοι, χαμογελαστοί, έτοιμοι να σε εξυπηρετήσουν, να σε βοηθήσουν, συμπλήρωναν τον αναστεναγμό μιας παιδικής ευχής, τη στιγμή ακριβώς πριν φύγει από τα χείλια και ταξιδεύσει μέχρι τα αυτιά του Άη Βασίλη, ο οποίος και αυτές τις γιορτές διατηρεί το κεφάλαιό του στο ακέραιο προκειμένου να εκπληρώσει τις ανάγκες τόσων και τόσων παιδιών.
Τα παραμύθια, όμως, από πολύ νωρίς έχουν φτιαχτεί μέσα από τη σύγκρουση των καταστάσεων, μέσα από την αδικία του κόσμου και το contrast της ζωής των ηρώων τους. Οι φτωχοί στέκονται απέναντι από τους πλούσιους και η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη. Οι πρώτοι δεν μπορούν να έχουν τη ζωή που ονειρεύονται, ενώ οι δεύτεροι δεν διαθέτουν το χρόνο να αναλογιστούν όσα έχουν.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το παραμύθι του Άντερσεν με τίτλο «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα». Όλοι θυμούνται πως η ιστορία του λάμβανε χώρα περίπου τέτοιες μέρες, ημέρες γιορτινές, οικογενειακές. Η πόλη που φιλοξενούσε το άστεγο παιδί θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Νέα Υόρκη, αλλά και η Αθήνα πλέον, έχοντας ξεπεράσει προ πολλού το μύθο της ανθρώπινης και στοργικής μεγαλοεπαρχίας. Πέρα από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης της φτώχειας του άστεγου μικρού παιδιού και της εγκατάλειψης που βίωσε σε μια πολύβουη και ευημερούσα πόλη, κάτι που ισχύει σήμερα περισσότερο από ποτέ, τα σπίρτα κρύβουν στο μικρό τους κουτάκι την πλάνη του πολιτισμού μας. Το παραμύθι είναι βασισμένο σε μια καταναλωτική και εμπορική αυταπάτη, σαν αυτές που τρέφουμε όλοι μας, πλούσιοι και φτωχοί, για να κρατηθούμε ζεστοί τις κρύες νύχτες της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάρρευσης.
Κανείς δεν είναι πλέον ασφαλής. Κανείς, όσο πλούσιος και εάν είναι, δεν μπορεί να προγραμματίσει το μέλλον του όπως θα μπορούσε να το κάνει ενδεχομένως από το 1960 και μετά, ζώντας μια σταθερή ανάπτυξη, μια ειρηνική ακμή, εν πολλοίς χωρίς κρυμμένες παγίδες. Άρα, υπό αυτή την έννοια είμαστε όλοι άστεγοι. Τα σπίρτα, όμως, που έχουμε στα χέρια μας -άλλωστε μετά τον περασμένο Σεπτέμβριο έχει γίνει αντιληπτό ότι η παγκόσμια οικονομία μόνο σαν σπιρτόκουτο μπορεί να συμβολιστεί- τι είδους «ταξίδια» μας προσφέρουν...

Τι τα κάνουμε αυτά τα σπίρτα; Πνίγουμε το φόβο μας στην αδιάλειπτη κατανάλωση; Συσσωρεύουμε υλικά αγαθά και κλείνουμε την πόρτα μας στα συναισθήματά μας ή στα συναισθήματα των αγαπημένων μας; Μεταχειριζόμαστε το σπίτι μας σαν φρούριο και πετάμε έξω ό,τι δεν μας ταιριάζει στην επίπλωση; Μεταχειριζόμαστε ακόμα ανθρώπους σαν αναλώσιμα γραφείου, που πετιούνται πολύ πριν εξαντλήσουν τα αποθέματά τους; Τα σπίρτα τι φωτίζουν; Τη ματαιοδοξία μας ή την ανθρωπιά μας; Τον υλισμό μας ή τη γενναιοδωρία μας; Τον κυνισμό ή το χιούμορ;

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα στο τέλος του παραμυθιού πεθαίνει από το κρύο, αλλά πεθαίνει αφού πρώτα αισθάνθηκε τι πραγματικά έχει ανάγκη η ψυχή του. Εμείς τι προτιμάμε να δούμε;

Το παράδειγμα της Σόλνα


Η Σόλνα, όπως αναφέρεται και στη Wikipedia, είναι πόλη και δήμος της Σουηδίας. Ανήκει στην περιφέρεια της πρωτεύουσας Στοκχόλμης και διαθέτει πληθυσμό 59.098 κατοίκων. Η Σόλνα, ως περιφέρεια της Στοκχόλμης, διεκδικούσε με την πρωτεύουσα της Σουηδίας τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Με μια μεγάλη αθλητική παράδοση, η Σόλνα διαθέτει στους κόλπους της έναν από τους μεγαλύτερους αθλητικούς συνδέσμους της χώρας, όπως επίσης και το μεγαλύτερο στάδιο ποδοσφαίρου της χώρας. Με μεγάλα πάρκα και μετρό, θα μπορούσε να είναι σίγουρη ότι αποτελεί ανταγωνιστική πρόταση στη διεκδίκηση των Αγώνων του 2004.

Ανταπόκριση από τη Σουηδία

Την περασμένη εβδομάδα, οι «Ανταποκριτές» της ΝΕΤ αφιέρωσαν μέρος της εκπομπής τους σε αυτήν τη μικρή περιφέρεια. Στο οδοιπορικό τους συνάντησαν κατοίκους και μίλησαν μαζί τους για την ποιότητα της ζωής στα σουηδικά προάστια. Η Σουηδία, μια χώρα ταγός στην πράσινη ανάπτυξη και στην αρχιτεκτονική των πόλεων, είχε να αντιμετωπίσει εν όψει διεκδίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 το πρόβλημα της Σόλνα. Λίγο πιο έξω από τη Στοκχόλμη, η μικρή αυτή πόλη, σε αντίθεση με τη σουηδική παράδοση, δεχόταν λύματα και απόβλητα, που μόλυναν τα νερά που πέρναγαν υπογείως. Τα πάρκα της ήταν εγκαταλελειμμένα και οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν και οι ιδανικότερες. Εξ αφορμής της διεκδίκησης των Αγώνων, η Σόλνα αποφάσισε να χαράξει μια νέα πορεία. Καθαρισμός των υδάτων, εξοικονόμηση ενέργειας, πράσινα σπίτια που εκμεταλλεύονται το φυσικό φως, θέρμανση με τη μέθοδο της καύσης των απορριμμάτων, συντήρηση των πάρκων, ποδηλατόδρομοι κ.ο.κ. Πέντε χρόνια μετά, η ιστορία έχει γραφτεί. Η Στοκχόλμη δεν πήρε τους Αγώνες του 2004, αλλά η Σόλνα διεκδίκησε και κέρδισε μια σπουδαία ευκαιρία. Να αναβαθμίσει την περιφέρειά της, να εκμεταλλευτεί τις φυσικές πηγές ενέργειας, να προστατεύσει το περιβάλλον και να δημιουργήσει τις πράσινες συνθήκες υγιούς διαβίωσης για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της.

Και το όνειρο έσβησε

Σε μια παράλληλη αφήγηση, εάν στο όνομα Σόλνα βάζαμε τη λέξη Αθήνα και σε κάθε της δράση και εκπόνηση έργου βάζαμε τη λέξη δεν, τότε θα είχαμε πλήρη εικόνα γι’ αυτό που δεν πετύχαμε. Διεκδικήσαμε άνισα τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, με πλήρη επίγνωση ότι δεν αντέχαμε οικονομικά να τους φέρουμε εις πέρας. Συσπειρωθήκαμε όλοι κάτω από μια ιδέα που αφορούσε πιο πολύ τα ιδανικά παρά την πραγματικότητα. Μας δόθηκε τελικά η δυνατότητα να τους υλοποιήσουμε, αλλά χρονοτριβήσαμε όσο δεν παίρνει στην αποπεράτωση των απαραίτητων έργων υποδομής. Χάσαμε χρήματα που θα μας φαίνονταν σήμερα χρήσιμα στην οικονομική κρίση που περνάμε, αλλά παρ’ όλα αυτά είχαμε το σθένος να πανηγυρίσουμε για τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργούσαμε στον εαυτό μας. Ψευδαισθήσεις που τρέφαμε για το επίπεδο της χώρας και για το επίπεδο του ελληνικού αθλητισμού. Και ενώ ζήσαμε το όνειρο, στο τέλος αφήσαμε ανεκμετάλλευτη κάθε ευκαιρία να συντηρήσουμε ό,τι φτιάξαμε, να επενδύσουμε στη νέα μας όψη, να ταξιδέψουμε στη συνείδηση του κόσμου για τη συνέχιση της παράδοσης που δειλά-δειλά αναδεικνύαμε. Πέντε χρόνια μετά, οι «Ανταποκριτές» από την Αθήνα δεν θα είχαν κανένα λόγο να μας προβάλλουν στη σουηδική τηλεόραση. Ή, μάλλον, θα είχαν, για να αποδείξουν το σύνδρομο του Έλληνα, που απομακρύνεται από κάθε προσπάθεια μόλις σβήσουν τα φώτα που τον λούζουν.

Οι κοσμικοί και οι απρόσκλητοι της πολιτικής


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η πολιτική ζωή είναι γεμάτη κοσμικότητες και απρόσκλητους επισκέπτες.

29.11.09 ΚΥΡΙΑΚH
Την προηγούμενη εβδομάδα ο Λευκός Οίκος θορυβήθηκε όταν ένα ζευγάρι κοσμικών ανάρτησε στο Facebook μερικές φωτογραφίες του με κορυφαίους πολιτικούς των ΗΠΑ. Ο λόγος για τον Ταρέκ και τη Μισέλ Σαλάχι, οι οποίοι βρέθηκαν παρέα με τον Ινδό πρωθυπουργό κ. Μανμόχαν Σινγκ στο επίσημο δείπνο που παρέθεσε ο Πρόεδρος Ομπάμα προς τιμήν του. Μερικές φωτογραφίες του ομολογουμένως καλοντυμένου ζευγαριού με τον Τζο Μπάιντεν και άλλους πολιτικούς αξιωματούχους ήταν αρκετές για να γίνει αντιληπτό ότι αυτοί οι δύο Αμερικανοί παρευρέθησαν σε ένα δείπνο στο οποίο δεν ήταν καλεσμένοι. Οι Aρχές ασφαλείας ερευνούν έκτοτε το κατά πόσο πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες στο ζευγάρι που παρεισέφρησε ανενόχλητο στο πρώτο σπίτι των ΗΠΑ χωρίς να γίνει αντιληπτό και χωρίς κανένας να το σταματήσει στην είσοδο.

Ποιο ήταν τελικά το κίνητρο αυτής της τολμηρής πράξης για το ζευγάρι των Σαλάχι; Διότι πέρα από την εμπειρία του συναγελάζεσθαι με πολιτικούς και υψηλούς προσκεκλημένους, το σημαντικότερο κίνητρο ήταν η έμπρακτη -μέσω φωτογραφικών ντοκουμέντων- απόδειξη της εκεί παρουσίας τους. Η ουσία δηλαδή της πράξης τους αναζητείται στην ανάγκη του ζευγαριού να διατυμπανίσει το κατόρθωμά του, να δώσει διαπιστευτήρια παρουσίας, αποδεικνύοντας στην υφήλιο μέσω του Διαδικτύου την παράτολμη πράξη του.
Άσχετα με το πόσο κάθισαν εκεί, με ποιους πραγματικά μίλησαν και εάν μπόρεσαν να έρθουν σε επαφή με σημαντικούς ανθρώπους που παρευρίσκονταν στο Λευκό Οίκο, το γεγονός και μόνο ότι κατόρθωσαν να φωτογραφηθούν καθιστά το τόλμημά τους άκρως επιτυχημένο.

Στα αλήθεια, τι διαφορά όμως έχει ένα ζευγάρι κοσμικών από ένα ζευγάρι Ελλήνων πολιτικών, για παράδειγμα; Σε τι διαφέρει η υπερφίαλη και επιφανειακή ανάγκη για φωτογράφιση δύο τυχοδιωκτών Αμερικανών από τη συνεχή παρουσία μερικών βουλευτών, ακόμα και υπουργών, στα ΜΜΕ και στα περιοδικά; Άραγε, τι είναι χειρότερο, να είσαι απρόσκλητος σε δείπνο και να στρογγυλοκάθεσαι τρώγοντας τζάμπα ή να είσαι απρόσκλητος στην πολιτική και να διαχειρίζεσαι τις τύχες και τις μοίρες των λαών;
Η εικόνα έχει αντικαταστήσει την πολιτική. Στην εποχή της παντοδυναμίας του μέσου, το μήνυμα δεν έχει και τόση μεγάλη σημασία. Η παρουσία στα ΜΜΕ και στις φωτογραφίες των περιοδικών κρίνεται ίσως περισσότερο αναγκαία ακόμα και από την πολιτική επάρκεια. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ποιοι εκλέγονται τις περισσότερες φορές βουλευτές στο Κοινοβούλιο, ιδίως στις περιφέρειες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Η κόρη του εκδότη, η σύζυγος τραγουδιστή, ο γιος του πολιτικού, ο δημοσιογράφος, το μοντέλο, η ηθοποιός είναι μόνο μερικές ιδιότητες-άσοι στο μανίκι όσων επικρατούν στη μάχη του σταυρού, ακόμα και στις λίστες Επικρατείας. Η αναγνωρισιμότητά τους έπαιξε το σημαντικότερο ρόλο στη συνείδηση του ψηφοφόρου. Αλλά και μετά, στη χάραξη πολιτικής γραμμής μιας κυβέρνησης, είναι συχνότερο γεγονός υπουργοί να μιλάνε και να φωτογραφίζονται παρά να προσφέρουν σημαντικά πράγματα στο υπουργείο που ανέλαβαν. Δεν είναι τυχαίο ότι το υπουργείο Πολιτισμού έχει παράδοση χρόνων σε μια τέτοια ναρκισσιστική αυτοπροβολή. Ιδίως στην Ελλάδα, οι περισσότεροι που το αναλαμβάνουν το θεωρούν άχαρη δουλειά. Και αφού η αισθητική θεωρείται συνώνυμο του πολιτισμού, διατηρούν ενδόμυχα την πίστη ότι οι φωτογραφίες σε περιοδικά, τραβηγμένες όμως με αισθητική, ενδέχεται να αλλάξουν τον κόσμο.

Τώρα, ποιος μπαίνει προσκεκλημένος και ποιος απρόσκλητος στο «σπίτι» της ελληνικής πολιτικής ζωής είναι λίγο πολύ γνωστό. Και τι σημαίνει να είσαι προσκεκλημένος στην πολιτική. Εδώ, σε αντίθεση με τα γκαλά και τα επίσημα δείπνα, η μόνη πρόσκληση που θα έπρεπε να δίνεται στους πολιτικούς θα εκπορευόταν από μια ιδεατή κοινωνία. Από μια κοινωνία που θα αξιολογούσε τις δυνατότητες ενός ανθρώπου να συγκεράσει όραμα και υλοποίηση. Αντ’ αυτού έχουμε μερικούς προσκεκλημενο-απρόσκλητους, που μπαίνουν στην πολιτική είτε γιατί ανήκουν σε πολιτικά τζάκια είτε γιατί θεωρούν την πολιτική συνώνυμο της δημοσιότητας είτε επειδή απέτυχαν σε άλλους επαγγελματικούς τομείς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε αντίθεση με τους κοσμικούς των ΗΠΑ, που έφυγαν από το επίσημο δείπνο μόλις εξασφάλισαν μερικές φωτογραφίες, οι Έλληνες πολιτικοί μετατρέπουν κάθε πρόσκληση για ενεργό συμμετοχή στα κοινά σε ευκαιρία για το μεγάλο φαγοπότι.

Τηλεοπτική βία


Η βία έχει πολλά πρόσωπα. Πολλές φορές τα πιο ύπουλα είναι εξίσου επικίνδυνα, γιατί δεν μπορείς να αντιληφθείς το κόστος τους, δεν δείχνουν από την αρχή τα δόντια τους και το επιφανειακό δέλεαρ είναι τόσο αστραφτερό ώστε δεν μπορείς να του αντισταθείς.
Η χθεσινή παγκόσμια μέρα εξάλειψης της βίας κατά των γυναικών αφορά κυρίως στην προστασία όσων εκτίθενται καθημερινά σε κακοποίηση, σεξουαλική και σωματική, όσων από αυτές ανέχονται αναγκαστικά την υποτίμηση, τη μαύρη εργασία, τη στέρηση των πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αλλά δεν είναι μόνον αυτές που υφίστανται βία. Στο λαμπερό και πολυτελή κόσμο της τηλεόρασης και της σόου μπιζ πολλά κορίτσια καθημερινά εξαναγκάζονται να προσφέρουν τον εαυτό τους στο βωμό της εύρεσης εργασίας, της αναγνώρισης και της αύξησης της τηλεθέασης με τίμημα την καταπάτηση της προσωπικότητάς τους. Ακόμα και επαγγελματίες με προσόντα και πείρα βρίσκονται πολύ συχνά έκθετες απέναντι στη λεκτική και ψυχολογική βία προϊσταμένων και διευθυντάδων, ανέχονται ορέξεις και καπρίτσια ως εργαζόμενες σε ένα μέσο που είναι έτσι και αλλιώς εξαντλητικά στρεσογόνο, προκειμένου να επιβιώσουν και -ίσως- να ανέλθουν.

Ο χορός της Σαλώμης
Το «Όλα 9» συνδυάζει ένα θέαμα για όλη την οικογένεια. Οι γυναίκες μπορούν να απολαύσουν τους καλεσμένους και τις συζητήσεις του Θέμου Αναστασιάδη με αυτούς, τα παιδιά μπορούν να δουν μερικές από τις καλύτερες σκηνές των κινουμένων σχεδίων που τόσο αγαπάνε να διανθίζουν τα χιουμοριστικά βιντεάκια και οι σύζυγοι -αποκαμωμένοι από το φόρτο της ημέρας- να γευτούν καυτή μεν -πλαστική δε, συνήθως- σάρκα. Η επιτυχημένη συνταγή του «σεξ και βία» των b-movies της δεκαετίας του ’80 έχει δώσει τη θέση της στην τηλεοπτική πρόταση «σεξ και πλάκα». Τα κορίτσια που αβγατίζουν σαν κότες σε κοτέτσι με μερακλή κόκορα στο πάνελ του ευφυούς διδύμου Περρή-Αναστασιάδη επιδεικνύουν τα κάλλη τους κρεμασμένα από τσιγκέλι. Αλλά δεν είναι μόνο τα μοντέλα και οι χορεύτριες που πλαισιώνουν την εκπομπή προβάλλοντας το ζουμερό τους μπούστο. Η λογική της γυναικείας σάρκας φόρα παρτίδα, του συνεχούς σεξουαλικού υπονοούμενου και της προσεκτικής λεκτικής παρέμβασης ισχύει και για όσα κορίτσια εργάζονται σε αυτή την εκπομπή ως δημοσιογράφοι. Έτσι κι αλλιώς, όποια θέλει να βγει στο γυαλί δεν χρειάζεται να πολυμιλάει, αρκεί να προσφέρει άφθονο εσωτερικό θέαμα. Για τα υπόλοιπα υπάρχουν οι άνδρες.

Ου γαρ έρχεται μόνον
Οι γυναίκες στο τηλεοπτικό γυαλί πρέπει -άσχετα με τα υπόλοιπα προσόντα τους- να φαίνονται ωραίες. Μπορεί οι εκπομπές να χωρίζονται σε ζώνες και θεματολογία, η βία που υφίστανται σε ψυχολογικό επίπεδο για τη διατήρηση της εξωτερικής τους εμφάνισης με κάθε τρόπο είναι κοινή. Είτε κάνουν πρωινάδικο, είτε έχουν κουτσομπολίστικη εκπομπή, είτε λένε κεντρικό δελτίο ειδήσεων, είτε βρίσκονται στο πάνελ πολιτικής συζήτησης, το άγχος που βιώνουν οι γυναίκες -από νωρίς- είναι ψυχοφθόρο. Γυναίκες δημοσιογράφοι με εμπειρία στο χώρο κρίνονται για τις ραγάδες περισσότερο απ’ ό,τι για το ρεπορτάζ τους. Παρουσιάστριες αποκτούν μπούστο και ξανθό μαλλί λες και βγήκαν από την ίδια χειρουργική κρεατομηχανή, ανεξαρτήτως καναλιού και εργοδότη. Πανελίστριες σε δελτία ειδήσεων χαμογελούν κρύβοντας από τους τηλεθεατές τον ήλιο μπροστά στην πορσελάνινη οδοντοστοιχία που απέκτησαν τις πρώτες δεκαπέντε ημέρες της πρόσληψής τους. Η ναρκισσιστική επιθυμία κάθε γυναίκας να αρέσει ξεφεύγει από τα φυσιολογικά όρια όταν κρίνεται σημαίνουσα για να κρατήσει τη θέση της, για να συνεχίσει να κάνει καλά τη δουλειά της. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες δεν έχουν ευθύνη για τον τρόπο που διαχειρίζονται την επαγγελματική τους υπόσταση. Απλώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση το δηλητήριο έχει εισβάλει στον οργανισμό τους αργά και σταθερά. Έτσι, χωρίς καμία αμφισβήτηση, έχουν a priori δεχτεί την κακοποίηση, θεωρώντας την ένα επώδυνο και ακριβό ρεκτιφιέ, απαραίτητο μέρος της δουλειάς τους.

Η συναισθηματική τροφή της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, τι κρύβει η κουζίνα της σύγχρονης Ελληνίδας;

22.11.09 ΚΥΡΙΑΚΗ

Πρεμιέρα έκανε την Παρασκευή το βράδυ το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή στο Εθνικό Θέατρο. Για 4 ώρες οι θεατές, καθηλωμένοι στις θέσεις τους, παρακολουθούσαν το ψυχικό και συναισθηματικό σύμπαν δύο ελληνικών οικογενειών από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι τα μέσα του. Πάνω στον καμβά του έργου του ο Ταχτσής ζωγράφισε με λεπτομέρεια και χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης πρόσωπα και καταστάσεις της διπλανής πόρτας. Της δικής μας, δηλαδή, γιατί για το συγγραφέα τα πρόσωπα και τα γεγονότα με μικρές παραλλαγές ήταν αυτά που έκλεινε η δική του πόρτα, ήταν η ίδια του η ζωή. Η παράσταση των Φασουλή και Νιάρχου -που προορίζεται να είναι η καλύτερη της φετινής χρονιάς, εάν δεν λειτουργήσει απαγορευτικά η μεγάλη της διάρκεια- αναδεικνύει τη μεταδοτική ασθένεια του κόλπου της οικογένειας. Δύο εκκεντρικών και τραβηγμένων οικογενειών, στοιχεία των οποίων όλοι αναγνωρίζουμε εάν θυμηθούμε τους παππούδες και εάν τολμήσουμε να τους συγκρίνουμε με τους γονείς και τους εαυτούς μας. Από τι υλικά διαμορφώνεται η οικογένεια; Τι εκλύεται στους κόλπους της επιφανειακά αδιατάρακτης συγγένειας του αίματος και πώς μεταλλάσσεται ο οργανισμός της αρχικής επιθυμίας για ένωση και αναπαραγωγή της ζωής σε ένα έκτρωμα αποσταθεροποίησης της κοινωνίας; Πού κρύβεται τόση επιθετικότητα, σταθερά εναλλασσόμενη με βαθιά αγάπη κάτω από το άγρυπνο μάτι της προετοιμασίας ενός μεσημεριανού φαγητού;

Τι μας λέει ο Ταχτσής βάζοντας δύο γυναίκες, την Εκάβη και τη Νίνα, να αφηγούνται την προσωπική τους ιστορία, των συζύγων, των παιδιών και των υπόλοιπων μελών; Ότι τα μάτια, τα αυτιά, τα σπλάχνα, αλλά και τα νεφρά του οικογενειακού οργανισμού ανήκουν στη γυναίκα. Στη γυναίκα, που επιτελεί πλείστες λειτουργίες και υιοθετεί ποικίλους ρόλους. Μητέρα, κόρη, ερωμένη, σύζυγος, αδερφή, γιαγιά είναι μόνο μερικές από τις ιδιότητες μιας γυναίκας μέσα στην οικογένεια. Η μητρότητα, όμως, ως συμβολική και πραγματική έννοια είναι η πιο σημαντική. Η έχουσα δηλαδή την ευθύνη παρασκευής της τροφής, επιλογής των καλύτερων και πιο υγιεινών υλικών για να μπουν στο τραπέζι. Τι γίνεται όμως με τα ψυχικά υλικά; Πώς επηρεάζουν την κουζίνα της;

Η μητρότητα από δώρο, προσφορά και αυταπάρνηση μπορεί να μετατραπεί σε θάλαμο αερίων, που δηλητηριάζει αργά και διαχρονικά τα μέλη της. Διότι η γυναίκα είναι αυτή που διαμορφώνει την ατμόσφαιρα στο σπίτι. Που βάζει τους άρρητους κανόνες, που επενδύει συναισθηματικά τις σιωπές, που τρέφει και ανατρέφει. Το ζήτημα, όμως, είναι με τι υλικά στρώνει το οικογενειακό της τραπέζι. Τι σερβίρει για τροφή και τι κρατά κλεισμένο στο ντουλάπι της. Πώς μεταχειρίζεται τα μαχαίρια της και ποιον προορίζει για στύψιμο. Σε τι δόσεις μπαίνουν στην κατσαρόλα τα πικρά με τα γλυκά και πόσα καρυκεύματα αντέχει το στομάχι. Το «Τρίτο στεφάνι» είναι επίκαιρο σήμερα όσο ποτέ. Σε μια εποχή όπου η μαγειρική έχει γίνει lifestyle, ανακαλύπτει τροφές, δημιουργεί συνταγές και πρότυπα γυναικών, η παράσταση ενός συγγραφέα, διαλυμένου από μάνα και γιαγιά, αναδεικνύει τη σημασία της ψυχικής τροφής. Η οποία, όπως και κάθε μαγειρική συνταγή που προορίζεται για αγαπημένους, δεν κρίνεται πάντα από τα ευφάνταστα και σπάνια υλικά της, αλλά από την ισορροπία στις δόσεις και το άρωμα, καθώς και τη γεύση που αφήνει.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Το αστικό όνειρο έπιασε ταβάνι


Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας από το μεγάλο κύμα αστυφιλίας που γνώρισε η πρωτεύουσα. Άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας, από νησιά άγονα και φτωχά -ο τουρισμός ήταν τότε άγνωστη λέξη-, ορεινά χωριά και πόλεις, κωμοπόλεις και οικισμούς συνέρρεαν να συναντήσουν το αθηναϊκό όνειρο στο κλεινόν άστυ.
Οι Έλληνες της μεταπολεμικής γενιάς, στην πλειοψηφία τους αγρότες, γεννήματα ή θρέμματα, ταλαιπωρημένοι από τη γη και τις αναποδιές της, τα ζώα και τις απώλειες, το ημέρωμα της αδάμαστης θάλασσας, πουλούσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν για ένα διαμέρισμα στα Πατήσια, στο Μεταξουργείο ή στο Παγκράτι.

Η μαγιά του ελληνικού κινηματογράφου

Πάνω στην ανάγκη του Έλληνα για εξεύρεση ασφαλέστερων πόρων και διευθέτηση μιας πιο τακτοποιημένης ζωής, μακριά από το σωματικό κάματο, βασίστηκαν τα περισσότερα σενάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Δημιουργώντας εικόνες αθηναϊκού μεγαλείου, σε μια Αθήνα που ουδόλως θύμιζε κεντροευρωπαϊκή πρωτεύουσα, τα 60 τ.μ. ενός διαμερίσματος, με έπιπλα της μόδας και πάρτι με ξενόφερτες μουσικές, ήταν το επιφανειακό δέλεαρ για την άτακτη φυγή από την ύπαιθρο. Μοντέρνα ένδυση, σταθερός μισθός κάθε δεκαπενθήμερο, αναζήτηση μιας θέσης στο Δημόσιο για ασφάλεια -ακόμα κυριαρχεί αυτή η αντίληψη- και νάιτ κλαμπ λειτούργησαν σαν τη χαριστική βολή για απεμπόληση όλων όσων η ύπαιθρος έδινε μέχρι τότε. Ακόμα και οι γονείς που έμειναν πίσω ξεχάστηκαν, ταυτισμένοι με τη ζωή που σχεδόν όλοι οι νεότεροι πάσχιζαν να αποτινάξουν από πάνω τους. Η συνέχεια δεν βρίσκεται επί της οθόνης αλλά επί της καθημερινότητας.

Ο καλός γαμπρός

Και εκεί που όλοι ξεχάσαμε πώς είναι να ξυπνάς πριν να βγει ο ήλιος, έρχεται ένα ριάλιτι στον Alpha για να μας το θυμίσει. «Ο αγρότης μόνος ψάχνει» ήταν η αρχική ιδέα για να φτιαχτεί μια εκπομπή λαϊκής κατανάλωσης πάνω στις πραγματικές ζωές μερικών νέων αντρών που αναζητούν γυναίκα για να παντρευτούν. Στην πορεία, όμως, εξελίχθηκε σαν τη ζωή που δεν ζήσαμε. Γνωρίζοντας από τηλεοράσεως πώς οι υποψήφιοι γαμπροί έχουν τακτοποιήσει τη ζωή τους, πόσα ενδιαφέροντα έχουν και τι οικονομικές δυνατότητες τους προσφέρει η ενασχόληση με τις αγροτικές εργασίες, τα 60 τ.μ. του αστικού ονείρου φαίνονται πνιγηρά. Διότι οι γυναίκες που έστειλαν γράμματα για να γνωρίσουν τους υποψηφίους ποτέ δεν θα φαντάζονταν ότι η ζωή στην ύπαιθρο μπορεί να έχει αρετές ή, τουλάχιστον, προοπτικές. Όπως και στην αστικοποίηση του ’60 ήρθε ο ελληνικός κινηματογράφος για να σφραγίσει την τάση της εποχής μετατρέποντάς τη σε lifestyle, έτσι και τώρα πρέπει να έρθει ένα ριάλιτι για να μας θυμίσει χαμένους αγροτικούς παραδείσους.
Με την προβολή στιγμιοτύπων από ρομαντικούς περιπάτους, μπάνια στη θάλασσα, οινοποσίες και αμπελοφιλοσοφίες, η αγροτική ζωή αποκτά το φινίρισμα που χρειάζεται. Γίνεται ελκυστική, τρέντι και αποτελεί μια νησίδα ασφαλείας για όλους όσοι ταλαιπωρημένοι από την κίνηση της καθημερινότητας επιστρέφουν σπίτι μετά από μια δύσκολη ημέρα. Με τη βεβαιότητα ότι η φυγή θα ήταν η λύση στην ασφυκτική ζωή, αναπολούν εκείνο το χωραφάκι που ξεπούλησαν για λίγες ψωρο-δραχμές και ονειρεύονται την επόμενη ημέρα χωρίς αφεντικό. Αυτές, όμως, οι παράτολμες ιδέες για τους περισσότερους «Αθηναίους» διαρκούν όσο και το ριάλιτι, ενώ με τις δυσκολίες της αγροτιάς μερικοί παλεύουν ακόμη.

Το "καρφί" και η φοροδιαφυγή


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, πότε ένας πολίτης θεωρείται «καρφί»;

15.11.09 ΚΥΡΙΑΚH
Ένα από τα πρώτα μαθήματα που παίρνει το παιδί μόλις πάει σχολείο είναι η μυστική και άρρητη συνενοχή απέναντι στα καμώματα των συμμαθητών του. Ακόμα και εάν γίνεται μάρτυς βίαιων καταστάσεων, ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να καρφώσει το συμβάν στο δάσκαλο ή στο διευθυντή του σχολείου. Όσα παιδιά ένιωθαν την ανάγκη να τύχουν ιδιαίτερης εύνοιας από τους δασκάλους με κίνητρο τη συμπάθεια και απώτερο στόχο τη βαθμολογία ή έναν καλό λόγο στους γονείς και δεν κρατούσαν το στόμα τους κλειστό δεν περνούσαν καλά. Η δυναμική της ομάδας τα έθετε πολύ συχνά εκτός, περιθωριοποιώντας τα με τόσο σκληρό τρόπο, που μόνο τα παιδιά μπορούν να επιδείξουν. Τα προσωνύμια που τους κολλάνε είναι πολλά και πολυποίκιλα: «καρφί», «προδότη», «Ιούδα»... Άλλωστε, η σκληρότητα των παιδιών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη βεβαιότητα που νιώθουν για ό,τι τα περιβάλλει. Στην πεποίθηση ότι ξέρουν εκ βαθέων τι είναι σωστό και τι όχι. Και το να καρφώνεις τους φίλους και συμμαθητές σου δεν είναι σωστό.

Μια αντίστοιχη ατμόσφαιρα κυριαρχεί και στο σπίτι. Τα αδέρφια μπορεί να σκοτώνονται μεταξύ τους, όταν όμως ανοίξει η πόρτα και εισβάλει η γονεϊκή επιτήρηση, τότε, ως διά μαγείας, κανείς δεν ξέρει ποιος άρχισε πρώτος και κανείς ποτέ δεν είδε τι συνέβη.
Μερικά από τα κατάλοιπα που αφήνει η παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή είναι η προδοσία. Η αμηχανία απέναντι στο «κάρφωμα», όπου οι γονείς και δάσκαλοι έχουν πάρει πλέον το πρόσωπο των Αρχών, της Αστυνομίας, της πολιτείας, της εφορίας και κάθε είδους ελεγκτικού μηχανισμού. Αυτοί γίνονται οι κριτές και η εξουσία και εμείς, οι πολίτες, μεταλλασσόμαστε σε παιδιά που έχουν ανάγκη την αλληλοκάλυψη.
Πόσοι δεν έχουμε βρεθεί στην εθνική οδό και δεν μας έχει αναβοσβήσει τα φώτα του διερχόμενος οδηγός με στόχο να μας προειδοποιήσει για την Τροχαία που καιροφυλακτεί. Πόσοι δεν δίνουν τα εισιτήριά τους στο μετρό, στη στάση που μόλις κατέβηκαν, για να γλιτώσει κάποιος συμπολίτης τους έστω το 1 ευρώ. Πόσοι δεν έχουν καπνίσει στην εργασία με την ανοχή των συνεργατών τους ή πόσοι δεν έχουν παρανομήσει με την ανοχή των συμπολιτών τους.
Αυτά τα χαρακτηριστικά, φυσικά, δεν αναδεικνύουν μια αλληλέγγυα κοινωνία. Δεν διακατεχόμαστε από ώριμες κοινωνικές συμπεριφορές, συμμετοχή σε σωματεία, οργανώσεις, κινήματα με στόχο την προώθηση κοινών ενδιαφερόντων και πρακτικών βελτίωσης της ζωής μας.

Η μόνη ανάγκη για συσπείρωση αυτής της, κατά τ’ άλλα, ατομοκεντρικής κοινωνίας ανακύπτει μόνο όταν υπάρξει η απειλή της αστυνόμευσης.
Πόσο «καρφί», όμως, θεωρείται κάποιος όταν επιλέγει να μην τον κοροϊδεύουν. Για τι είδους αντικοινωνική συμπεριφορά διακρίνεται ένας πολίτης όταν υφίσταται την εξαπάτηση και δεν μιλά.

Στους δύσκολους καιρούς της οικονομικής κρίσης και της προσπάθειας από την πλευρά της κυβέρνησης να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά και να μειώσει το έλλειμμα θεραπεύοντας την πληγή της τεράστιας φοροδιαφυγής, τι σχολικά αντανακλαστικά πρέπει να υπερβούν οι πολίτες για να αποδώσουν μια μικρή αλλά καίρια δικαιοσύνη. Στο σημείο που οι μισθωτοί υπάλληλοι αυτής της χώρας φορολογούνται για το κάθε ευρώ που εισπράττουν, πόσο δίκαιο είναι κάποιοι -και όχι λίγοι- ελεύθεροι επαγγελματίες να κλέβουν το κράτος, άρα και όσους πληρώνουν φόρους, κόβοντας εικονικές αποδείξεις ή ακόμα χειρότερα χωρίς να κόβουν καθόλου. Πόσο αλληλέγγυο είναι η μερίδα των πολιτών που το υφίσταται να το αποδέχεται με σκυφτό το κεφάλι, πληρώνοντας τελικά εκείνη το λογαριασμό.
Διότι, ενώ μπορεί να ακούγεται ως «κάρφωμα» να καλέσεις την αντίστοιχη ΣΔΟΕ της περιοχής και να δηλώσεις ότι το πανάκριβο εστιατόριο του κέντρου ή η καφετέρια στην παραλία δεν κόβει αποδείξεις, στην προκειμένη περίπτωση όμως ισχύει ως τέτοιο μόνο όταν δεν κόβεις και εσύ.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Τηλεοπτικά τείχη


Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε που η Γερμανία έριξε τα τείχη που τη χώριζαν στα δύο. Η επέτειος της ιστορικής αυτής στιγμής γιορτάστηκε φέτος -και τηλεοπτικά- με κάθε τιμή και σεβασμό, όπως αρμόζει σε ένα γεγονός που άλλαξε τη μοίρα όχι μόνο των Γερμανών αλλά και του κόσμου. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό το σημαντικό γεγονός που κλείνει τα 20 του χρόνια. Για την Ελλάδα, η ιστορία επιφυλάσσει άλλη μοίρα μετά το άνοιγμα της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Μια σημαία και ένας τσέλιγκας
Κάποτε, μέχρι πριν από 20 χρόνια, τα πρωινά καθόμασταν -όταν δεν είχαμε σχολείο- μπροστά από ένα μαύρο κουτί. Δεν ήταν φυσικά το ασυνείδητό μας αλλά η αργόσχολη, πλην τίμια, κρατική τηλεόραση, που άνοιγε το πρόγραμμά της τις πρώτες απογευματινές ώρες. Πολλές ήταν οι φορές που ενώ ξέραμε ότι δεν θα δούμε τίποτα την ανοίγαμε έτσι, μόνο και μόνο για να προλάβουμε το εναρκτήριο μήνυμά της. Ποιος δεν θυμάται την ελληνική σημαία να ανεμίζει υπό τους ήχους του τσοπάνη που μαζεύει τα πρόβατα. Διότι μέχρι πριν από 20 χρόνια η αγροτική ζωή δεν ήταν όνειδος και κατατρεγμός, ήταν η πραγματική μας ταυτότητα, ταυτισμένη με την αυθεντική -αν υπάρχει τέτοιο πράγμα- ελληνική φυλή. Και να σου ξεπηδούσαν δύο ασπρόμαυρα κανάλια, η ΕΡΤ και η εναλλακτική ΥΕΝΕΔ. Με ειδήσεις που τις διάβαζαν κυρίες της διπλανής πόρτας (μετά ανακάλυψε το Χόλιγουντ τα κορίτσια) από τις σημειώσεις τους, εκπομπές λόγου χωρίς τέλος, και τον καιρό... για τους αγρότες φυσικά. Η ψυχαγωγία δεν έλειπε ποτέ από τα ελληνικά σπίτια, αφού και τηλεπαιχνίδια βλέπαμε (καλλονή η Μαρία Αλιφέρη, την είχε ερωτευτεί σφόδρα ο παππούς μου), «Θέατρο της Δευτέρας», σίριαλ όπως το «Λούνα Παρκ» αλλά και ριάλιτι με τον Φρέντι Γερμανό, που έβαζε «Αλάτι και Πιπέρι» στους καλεσμένους του. Αλλά όλα ήταν απλά, ανεπιτήδευτα. Η τηλεόραση δεν είχε αίγλη, αλλά δεν τη χρειαζόταν κιόλας. Ήταν όπως η χώρα της. Μικροαστική και νοικοκυρεμένη.

Κοσμογονία
Και ύστερα ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση μετά βαΐων και κλάδων. Νέα πρόσωπα, νέες ιδέες, νέα χρώματα. Όλα καινούργια, που συνοδεύονταν από την πίστη των ανθρώπων στην πολυφωνία και στην ενημέρωση. Δεν θα υπάρχει μόνο η προπαγάνδα του κράτους, έλεγαν οι μεγαλύτεροι. Και οι μικρότεροι περίμεναν μπροστά από τη νέα έγχρωμη οθόνη σαν σε γυάλα με ζαχαρωτά.
Από τότε μέχρι σήμερα, η ιδιωτική τηλεόραση, εκτός από τα δύο πρώτα κανάλια, το Mega και τον ANT1, που γιορτάζουν τα 20 τους χρόνια, απέκτησε και άλλα, με τον ίδιο ρυθμό και την ίδια ταχύτητα, σχεδόν με πανομοιότυπη αισθητική. Ανακαλύφθηκαν οι ζώνες τηλεθέασης, τα πρωινάδικα, οι ειδήσεις από το auto cue, τα σίριαλ έγιναν περισσότερα, θυμήθηκαν τον Φώσκολο, ξαναξέχασαν τον Φώσκολο, ανακάλυψαν πόσο πάει το ξανθό στο γυαλί και το άνοιξαν μέχρι που κάηκε, ανακάλυψαν τα μεσημεριανάδικα, τα παράθυρα στις ειδήσεις, τις βραδινές εκπομπές, τα σκληρά ριάλιτι, το ελαφρύ πορνό... Η ελληνική τηλεόραση από τα ασπρόμαυρα ερασιτεχνικά καρέ που μύριζαν κατσικίσιο γάλα βαφτίστηκε στο lifestyle, ανέδειξε μικρούς ήρωες, επιθύμησε δόξα αλλά και χρήμα. Ένα μεγάλο πανηγύρι συμφερόντων, πολιτικών, επενδυτών, διαφημιστών, δημοσιογράφων, σκηνοθετών, ηθοποιών, ερασιτεχνών, τεχνικών, αερητζήδων και καταφερτζήδων στήθηκε στη νεαρή ιδιωτική τηλεόραση, που γιορτάζει φέτος. Στα 20 όμως αυτά χρόνια, παρά τις καλές της στιγμές, δεν επιθύμησε να ανοιχτεί πραγματικά στον κόσμο, χτίζοντας αναγκαία τα τείχη της προσωπικής της επιβίωσης.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Η απείθαρχη ελληνική φυλή


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η απαγόρευση του καπνίσματος εφαρμόζεται στην Ελλάδα -προς το παρόν τουλάχιστον- μόνο στα χαρτιά. Οι καπνιστές διεκδικούν το δικαίωμα στην τζούρα και βρίσκουν πολλούς υποστηρικτές.

08.11.09 ΚΥΡΙΑΚH

Όσο αυξάνουν οι βροχές και τα κρύα, τόσο πιο αισθητή γίνεται η μη εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου στην Ελλάδα. Όσο δυσκολεύουν και εντείνονται οι εργασίες σε μια επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερες δικαιολογίες βρίσκει ένας καπνιστής για να ανάψει το «απαγορευμένο» εντός της αίθουσας ή του γραφείου όπου εργάζεται, εφόσον δεν γίνεται αντιληπτός. Όσο πιο σφοδρή αναδεικνύεται η οικονομική κρίση στη νύχτα και στα μαγαζιά της, τόσο πιο αδύναμοι στέκονται οι επιχειρηματίες στο να επιβάλουν οτιδήποτε θα τους στερούσε μερικούς ακόμη θαμώνες στο μπαρ ή στο εστιατόριό τους, αδιαφορώντας για τα αισθήματα και την υγεία των μη καπνιστών.

Όπως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, έτσι και η υπόθεση του τσιγάρου σηκώνει πολλές συζητήσεις.

Εάν απομακρυνθούμε όμως από τη μεροληψία του άκαπνου πολίτη, που καταδικάζει -και δικαίως- το παθητικό κάπνισμα, ή του θεριακλή, που εύλογα θεωρεί υπερβολική την απαγόρευση, από τη στιγμή που υπάρχουν χίλιοι λόγοι για να πεθάνει κάποιος, ίσως μπορέσουμε να σκεφτούμε γιατί στην Ελλάδα είναι τόσο δύσκολο να πειθαρχήσουμε.

Η οικογένεια το κέλυφος υποστήριξης της ανυπακοής

Η αδυναμία ενός ολόκληρου λαού να πειθαρχήσει δεν είναι ένα τυχαίο χαρακτηριστικό. Άσχετα με το εάν κάποιος καπνίζει ή όχι, όλοι έχουμε φτάσει κάποια στιγμή στη ζωή μας που συνειδητά δείξαμε κοινωνική ανυπακοή ή γευτήκαμε μια εσωτερική έξαψη τη στιγμή της μικρής ή μεγάλης μας παρανομίας. Άλλωστε, παρ’ ότι τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες καταβάλλουν τεράστιες προσπάθειες να υιοθετήσουν μια πιο ξεσκονισμένη ευρωπαϊκή όψη και στάση, δεν είναι λίγες οι φορές που τις καλές προθέσεις ακυρώνει ο ατίθασος χαρακτήρας.
Τι τρέχει άραγε στο DNA μας και δεν μας αφήνει να συμφιλιωθούμε με την πειθαρχία; Γιατί απεχθανόμαστε την ομοιομορφία, εκδηλώνοντας πολύ συχνά παιδιάστικες αντιδράσεις;
Η δομή της ελληνικής οικογένειας έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της κοινωνίας. Ο μικρόκοσμος της εστίας και ο τρόπος που μεγαλώνουν οι Έλληνες τα παιδιά τους καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το προφίλ και τις κοινωνικές μας επιλογές που υιοθετούμε ως ενήλικοι. Η ελληνική οικογένεια σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζεται από την αντίφαση αυταρχισμού και υπερπροστατευτικότητας. Μια δόση από αυτό το εκρηκτικό μείγμα στο μπιμπερό των ελληνόπουλων είναι ικανή να καθηλώσει γενιές ολόκληρες στο στοματικό στάδιο της υπερβολικής ευθιξίας, του μεγαλειώδους εαυτού, της αδικαιολόγητης αυστηρότητας της γονεϊκής φιγούρας, σε συνδυασμό με την παντελή απουσία πραγματικού πλαισίου που να ευνοεί την ωρίμανση, την ανάληψη των ευθυνών, αλλά και την υιοθέτηση κανόνων που δεν γίνονται αντιληπτοί ως τραυματική τιμωρία και στέρηση των ατομικών ελευθεριών. Διότι, ενώ όλοι κατά βάθος πιέζουμε τον εαυτό μας προκειμένου να ενσαρκώσει μια εικόνα που μας καλλιέργησαν ότι είμαστε ή θα μπορούσαμε να γίνουμε, χωρίς απαραίτητα αυτά τα όνειρα και οι στόχοι να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, από την άλλη -ζορισμένοι από την υπερπροσπάθεια- αδυνατούμε να συμμορφωθούμε, και αναζητούμε δικαιολογίες και υπεκφυγές, που πέφτουν σαν βάλσαμο στην παιδική μας ψυχή.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δεν μπορούμε να συμμορφωθούμε με την απαγόρευση του καπνίσματος. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί συμπολίτες μας αδυνατούν να το μειώσουν ή να το κόψουν, παρ’ ότι βασανίζονται από χρόνια προβλήματα υγείας. Διότι ο μαζοχισμός, αλλά και ο σαδισμός, είναι δύο ακόμα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την «πλούσια» ελληνική ψυχή. Διότι το κάπνισμα τι είναι: μια ενασχόληση του στόματος, όπως είναι η τροφή και ο θηλασμός, αλλά και των χεριών, δείγμα του ελληνικού ταμπεραμέντου. Μια κοινωνική εκδήλωση με τεράστια συμβολική σημασία. Η οποία σχετίζεται με την ανάγκη ενός ολόκληρου λαού να βρίσκεται υπό την προστασία ενός παντοδύναμου θεού, ηγέτη ή μιας μαγικής δύναμης. Που επαφίεται στην απόλαυση χωρίς να είναι απαραίτητη η ανάληψη της ευθύνης. Διότι πάντα κάποιος θα είναι εκεί να αναλάβει για εκείνον την ευθύνη. Όπως θα είναι κάποιος εκεί για να φανεί ελαστικός, όπως στην περίπτωση του κοινωνικού καπνίσματος, διεκδικώντας κάθε φορά από ένα ακόμα προνόμιο ενάντια στην επικρατούσα ομοιόμορφη συμμόρφωση των Γάλλων, των Αμερικανών ακόμα και των Τούρκων, τους οποίους ενδόμυχα κοροϊδεύουμε ότι στάθηκαν λιγόψυχοι. Γιατί, δυστυχώς, στο φαντασιακό των Ελλήνων κάθε φορά και με κάθε αφορμή μαίνεται και ένας πόλεμος. Το αντάρτικο του οποίου χρειάζεται πάντα εθελοντές.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

ΙΕΚ: Ιδιωτική τηλεόραση


Η τηλεόραση, εκτός από καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας και των χαρακτηριστικών της, αποτελεί και ένα μετασχηματιστή ζωών και υπάρξεων. Όποιος μυηθεί στις κάμερες και στο λαμπερό φως τους δεν μπορεί πολύ εύκολα να αποποιηθεί τη δύναμη και τις πλασματικές ευκαιρίες που αυτές προσφέρουν. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τα εύπλαστα θύματα της επιβίωσης, ανθρώπους με χαμηλή νοημοσύνη και έλλειψη προσόντων που βρίσκουν ένα κεραμίδι να βάλουν το κεφάλι τους με αντάλλαγμα την ανεξέλεγκτη έκθεση του εαυτού τους, αυτό ισχύει και για ανθρώπους που θεωρούνται για την κοινωνία μορφωμένοι και με πρότερο... έντιμο βίο.

Κάποτε η ζωή είχε όνειρα
Την εβδομάδα που μας πέρασε η κ. Πόπη Τσαπανίδου φιλοξένησε στην πολύ καλή ενημερωτική εκπομπή της «Συμβαίνει τώρα» δύο νεαρές φοιτήτριες στις Διεθνείς και Πολιτικές Επιστήμες του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο λόγος της παρουσίας τους στην εκπομπή ήταν η συμμετοχή τους σε ένα διεθνή διαγωνισμό ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, στον οποίο κατέκτησαν το πρώτο βραβείο. Οι νικήτριες, δύο κορίτσια 18 με 20 ετών, ήταν το παράδειγμα του ανθρώπου που έχει όνειρα για τη ζωή του, σπουδάζει, καλλιεργείται, συμμετέχει ενεργά στην κοινωνία και έχει θέσεις για την πολιτική και για την τέχνη. Εκτός από τις σπουδές τους στις πολιτικές επιστήμες, η μία ζωγράφιζε και η άλλη ήταν μουσικός επιλέγοντας -στην ερώτηση με τι θα ήθελαν να ασχοληθούν- να δώσουν προτεραιότητα στην τέχνη τους. Παρά το νεαρό της ηλικίας τους, δύο πράγματα ήταν αυτά που ξεχώριζαν. Το πρώτο ήταν η ικανότητά τους να εκφράζονται με σωστά ελληνικά, να μιλούν συγκροτημένα και κατανοητά, κάτι που δεν απολαμβάνουμε συχνά από διάφορες άλλες τηλεοπτικές παρουσίες των ριάλιτι και των μεσημεριανών εκπομπών. Το δεύτερο ήταν ότι ήδη -τόσο νωρίς- αισθάνονταν απογοητευμένες για τις ευκαιρίες που δίνονται στην Ελλάδα και σκέφτονταν τη μετοίκηση σε μια άλλη χώρα, που θα τις βοηθούσε περισσότερο στην εκπλήρωση των στόχων τους.

Η λογική της κονόμας
Βλέποντας αυτά τα κορίτσια, μου ήρθε στο νου μια άλλη τηλεοπτική παρουσία που ήταν καλεσμένη στο «Gala» της Κυριακής με τη Μαρία Σταματέρη. Ο Γιώργος Λιάγκας, ο γνωστός τηλεπαρουσιαστής, άνοιγε με άνεση την ψυχή του στην εκπομπή του Star. Ο κ. Λιάγκας, που έχει συνδεθεί στη συνείδηση του κόσμου με το light ψυχαγωγικό πρόγραμμα, που αναδείχθηκε μέσα από τις «ειδήσεις» του Star, που παρουσιάζει τηλεπαιχνίδι με ξανθιές και φωτογραφίζεται σε περιοδικά ποικίλης ύλης με τη συμβία του, κάποτε ήταν ένας σοβαρός φοιτητής. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο, στη σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, μια ομολογουμένως δύσκολη σχολή, παίζει πολύ καλό πιάνο και, ενδεχομένως, η παιδεία του να συμπληρώνεται και με γαλλικά. Τι έγιναν όλα αυτά στη συνέχεια; Τι μεσολάβησε στη ζωή του και έκανε ένα άλμα πιο γρήγορο και από τη φθορά, όταν μεταπηδούσε από τα τιμημένα θρανία του Πολυτεχνείου στο τηλεοπτικό πλατό- προσομοίωση κοτετσιού, με αλαλάζουσες ξανθιές ανταύγειες; Ο εκμαυλισμός της τηλεόρασης μεσολάβησε. Τι να τα κάνεις, άλλωστε, τα πτυχία και την ενασχόληση με αυτά, όταν τρέχει το ζεστό παραδάκι, υπογράφεις παχυλά συμβόλαια για να κάνεις μια αντικειμενικά πανεύκολη δουλειά, φωτογραφίζεσαι, είσαι αναγνωρίσιμος, σου ανοίγονται όλες οι πόρτες και μπορείς, τελικά, να ατενίζεις με αισιοδοξία και... σκάφος τα νερά της παντελούς αποχαύνωσης...
Άλλωστε είναι γνωστό ότι οι σπουδές δεν είναι το παν...
Η αξιοπρέπεια όμως;

Η Αθήνα στη μετάβασή της σε μητρόπολη


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, για να αποκτήσει μια κοινωνία χαρακτηριστικά μητρόπολης, είναι αναγκασμένη να εκτεθεί σε αμφίρροπες δυνάμεις...

31.10.09 ΣΑΒΒΑΤΟ
Την Πέμπτη το βράδυ μια μεγάλη ομάδα αυτοαποκαλούμενων αναρχικών διαδήλωνε στο κέντρο της Αθήνας ενάντια στις αστυνομικές δυνάμεις. Η Αστυνομία με δακρυγόνα έκανε αδύνατη τη διέλευση των απλών πολιτών στους παρακείμενους δρόμους. Ένα ζευγάρι μέσης ηλικίας αισθάνεται ανήμπορο να περάσει ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές και εισέρχεται στο «Attica» για να προστατευθεί. Ο διευθυντής, με στόχο να προστατεύσει τους πελάτες και τους ανυποψίαστους πολίτες, ανοίγει την έξοδο κινδύνου του πολυκαταστήματος για να φύγουν από πίσω. Το ζευγάρι -ανίκανο λόγω ηλικίας να τρέξει και επηρεασμένο από όσα βλέπει να διαδραματίζονται στα δελτία ειδήσεων τις τελευταίες ημέρες- καλεί ένα ταξί για να επιστρέψει στο σπίτι του. Η βραδινή θεατρική έξοδος έχει ακυρωθεί.

Το πρωί της Παρασκευής ένας εκρηκτικός μηχανισμός εκρήγνυται στα Πατήσια, με στόχο την κατοικία της πρώην υπουργού Παιδείας και νυν ευρωβουλευτού κ. Γιαννάκου. Οι κάτοικοι της περιοχής, ανάστατοι από τον εκκωφαντικό ήχο, αναζητούσαν το λόγο της επίθεσης. «Δεν έχει περάσει αρκετά;» αναρωτιόταν διερχόμενη μητέρα που κρατούσε από το χέρι το παιδί της. Μία άλλη παραξενευόταν που η πρώην υπουργός μένει σε μια τόσο ταπεινή γειτονιά, όπως θεωρούνται πλέον τα Πατήσια, τη στιγμή που οι περισσότεροι συνάδελφοί της έχουν επιλέξει τα προστατευμένα προάστια για να στήσουν την οικογενειακή τους εστία.

Το βράδυ της Παρασκευής, σε μεγάλο κινηματογράφο της Πανεπιστημίου, ανακοινώνεται η άφιξη του σημαντικού σκηνοθέτη Φράνσις Φορντ Κόπολα, τη στιγμή που τα παρακείμενα θέατρα κάνουν τις τελευταίες τους πρόβες λίγο πριν ανοίξει η αυλαία. Θεατρικός οργασμός πλημμυρίζει την πόλη αν αναλογιστεί κανείς τον αριθμό των θεάτρων, των συντελεστών και την ποικιλία των θεαμάτων που προσφέρονται για ένα μικρό συγκριτικά θεατρικό κοινό. «Μην το υποτιμάς» μου είπε κατ’ ιδίαν γνωστή ηθοποιός που ετοιμάζεται να πρωταγωνιστήσει σε μια μεγάλη παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. «Μπορεί να είναι μικρό το θεατρόφιλο κοινό, αλλά τα θέατρα πάνε καλά συγκριτικά με άλλα πράγματα, σε πείσμα της οικονομικής κρίσης».

Το σκηνικό φωτίζεται καλύτερα, όταν ανάβουν οι προβολείς για να αναδείξουν ακόμα ένα πρόσωπο της Αθήνας τη νύχτα. Τα παιδιά των ουσιών, αυτοί οι νοσούντες άστεγοι της πρέζας και της ανέχειας, μεταφέρονται σαν πιόνια από σημείο σε σημείο. Η Ομόνοια και οι κακοφωτισμένοι γύρω δρόμοι δεν είναι το μόνιμο meeting point, μπορείς πλέον να τους συναντήσεις σε όποια πλατεία τους προσφέρει ένα απάγκιο.

«Είναι κρίμα να έχουμε τόσο ωραίες πλατείες και να μην μπορούμε να καθίσουμε. Σε οποιαδήποτε άλλη πόλη οι πλατείες είναι πηγή ζωής» είπε ο φοιτητής στη φίλη του τη στιγμή που ετοιμάζονταν να βουτήξουν στη νέα ταινία του Λάνθιμου, που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών.

01.11.09 ΚΥΡΙΑΚH
Αυτές είναι εικόνες μιας πόλης που αλλάζει. Μιας πόλης που ξεφεύγει από το μικροαστικό επαρχιωτισμό και την ασφάλεια της ομοιομορφίας, οδεύοντας προς τη διεύρυνση των κοινωνικών συνιστωσών, τον εμπλουτισμό των δυνάμεων και την ανάδειξη των αντιφάσεων. Η Αθήνα μετατρέπεται σε μια ορμητική και ενδιαφέρουσα ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Κανείς δεν μπορεί πλέον να της αρνηθεί τη νέα της όψη και περιεχόμενο. Το ζήτημα όμως που ανακύπτει είναι πόσο ικανοί, ώριμοι, προετοιμασμένοι είμαστε για να αντιμετωπίσουμε τις δύσκολες όψεις των μητροπόλεων. Τις όψεις των ναρκωτικών, της σωματεμπορίας, της κοινωνικής αναστάτωσης, των εξτρεμιστικών οργανώσεων, της φτώχειας, της ανισότητας και των μεταναστών. Όψεις που, δεδομένης της οικονομικής δυσπραγίας, της αλλαγής της κυβέρνησης αλλά και του αντανακλαστικού της πρωτοφανούς αναστάτωσης του περασμένου Δεκέμβρη, αναμένεται να επιδεινωθούν.

Μια πόλη που ζει είναι επόμενο να παλεύει με αντίρροπες δυνάμεις και να περιλαμβάνει στους κόλπους της όλων των ειδών τις διαστάσεις. Η κοινωνία, άλλωστε, είναι ένας ανθρώπινος οργανισμός με απώλειες, τραύματα και μεταβάσεις. Στη δική μας περίπτωση μένει να αποδειχθεί πόσο υγιή είναι τα μέλη του και με τι τρόπο θα αφομοιώσουμε τους κραδασμούς.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Η αιώνια λιακάδα του... προγλωσσικού σταδίου


Ζούμε μάλλον σε εποχές που τα βιώματα του καθενός και η κοινωνική πραγματικότητα μοιάζουν ακατανόητα ή απολύτως βαρετά για να μπορεί ένας δημιουργός να αντλήσει υλικό από αυτά. Δεν είναι καινούργια η «καραμέλα» περί σχεδόν παντελούς έλλειψης καλών σεναρίων και σεναριογράφων από την τηλεόραση, πολλώ δε μάλλον από τον κινηματογράφο. Πέρα από τον προϋπολογισμό που απαιτείται, τα τεχνικά μέσα, τους ηθοποιούς και τη σκηνοθεσία, αυτό που έχει πλέον τη μεγαλύτερη σημασία -και από αυτό πάσχουμε- είναι αυτός που αποφασίζει να γράψει και να εκτεθεί δημόσια οφείλει να έχει να πει κάτι.

Μίλα μου... αλαμπουρνέζικα
Εκτός από την αντιγραφή παλιών επιτυχημένων συνταγών στα σίριαλ, έχουμε και το νέο φρούτο της αποδόμησης. Η αντίληψη του «μεταμοντερνισμού» στην τέχνη, που αντιδρά στη φόρμα χρησιμοποιώντας παραδοσιακά στοιχεία σε πρωτότυπες συνθέσεις, απέχει μακράν από το σίριαλ της Μυρτώς Κοντοβά που προβάλλεται στο Mega. Το συγκεκριμένο σίριαλ, που υποτίθεται ότι στηρίζεται σε ένα σενάριο μακριά από τα συμβατικά, όπως είναι και η ομώνυμη στήλη και η περσόνα που καλλιεργεί έντεχνα η δημιουργός, κατορθώνει τελικά να δημιουργήσει ήρωες με στοιχεία καρικατούρας, αδιέξοδους διαλόγους εμπνευσμένους από σουρεαλιστικές φαντασιώσεις και χιούμορ κρύο έως ανύπαρκτο, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, και κυρίως χωρίς καμία υπόθεση. Επίσης, η ανάγκη απεικόνισης μιας ζωής παράλληλης με αυτήν που ζουν οι κανονικοί άνθρωποι -τους οποίους, φευ, απεχθανόμαστε-, που μπορούν από το πουθενά να χαίρονται και να κάνουν πάρτι, να βρίσκουν χρήματα στο δρόμο, να κάνουν σεξ στα όρθια με όλους τους τεχνικούς της Αθήνας και να ζουν το ελληνικό όνειρο στο Γκάζι και στον Κεραμεικό, και κυρίως τη νύχτα, κατοικεί στο μυαλό της δημιουργού μεν, αλλά δεν κατορθώνει να μας πείσει τηλεοπτικά για το πόσο μας αφορά η ιστορία της.

Η αποτυχία της υλοποίησης
Φαντάζομαι ότι η δημιουργία ενός τέτοιου σίριαλ πηγάζει από την ανάγκη του σεναριογράφου να μιλήσει για τη δική του οπτική πάνω στην πόλη. Να καταθέσει τη δική του μαρτυρία απέναντι σε όσα συμβαίνουν σε διαφορετικούς ανθρώπους, που πνίγονται από τη στυγνή καθημερινότητα αλλά κατορθώνουν ως διά μαγείας να μη χάνουν το κέφι τους και να παραμένουν διαφορετικοί, ενδιαφέροντες και με κέφι. Αυτή η ιστορία -την οποία εν πολλοίς προσπάθησε να μας πει η κ. Κοντοβά και με τα περσινά «Υπέροχα πλάσματα»- είναι μάλλον μια αυτοβιογραφική της ανάγκη. Μια ανάγκη που είναι κοινή -και γι’ αυτό βρίσκει μεγάλη απήχηση στη στήλη και στους στίχους της- σε ανθρώπους που σαραντάρισαν και επιμένουν να πηγαίνουν κόντρα στο συρμό, ό,τι εννοούν εκείνοι ως συρμό. Να μην παντρεύονται, να απελευθερώνονται σεξουαλικά, να ζουν την αιώνια εφηβεία και να παλεύουν για τη διατήρηση ενός αέναου καλοκαιριού. Αυτή η ζωή έχει όντως ενδιαφέρον να ιδωθεί, γι’ αυτό και τα «Υπέροχα Πλάσματα» ήταν μια συγκινητική και φιλόδοξη προσπάθεια. Το «Μίλα μου βρώμικα», όμως, όχι μόνο δεν σε ταξιδεύει πουθενά αλλά κακοποιεί και τη γλώσσα. Με πρόσχημα τον αγοραίο προφορικό λόγο, οι ήρωες δεν ολοκληρώνουν ποτέ μια φράση, επιδίδονται σε άψυχα τσιτάτα και εξυπνακισμούς. Με αφελές σενάριο και προγλωσσικές κραυγές, έχουν δίκιο οι ήρωες της σειράς που έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στην καλή νεράιδα.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Ρέκβιεμ για ένα stage


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, για να σε αντέξει η σκηνή πρέπει να εκτεθείς επαγγελματικά σε πολλά επίπεδα μαθητείας.

25.10.09 ΚΥΡΙΑΚΗ
Η λέξη «stage» δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιείται λανθασμένα από την πλειοψηφία των ΜΜΕ και των πολιτών. Η προφορά της ως αγγλικό «στέιτζ», που σημαίνει σκηνή, είναι προφανώς πιο προσφιλής έννοια στους Έλληνες, που αναγκάζονται από νωρίς να μάθουν ως μητρική (σχεδόν) τη γλώσσα της Γηραιάς Αλβιώνας. Ο θεσμός, όμως, που πνέει πλέον τα λοίσθια από τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ λέγεται stage και διαβάζεται «σταζ». Ήταν οι Γάλλοι αυτοί που εφάρμοσαν κατά κόρον το μεταβατικό στάδιο επαγγελματικής μαθητείας σε νεαρούς πτυχιούχους. Με γνώμονα την ανάγκη σύνδεσης των σπουδών με την πραγματικότητα και τις εργασιακές συνθήκες, οι Γάλλοι εφαρμόζουν το θεσμό του stage ως την απαραίτητη περίοδο μαθητείας για όλους τους τελειόφοιτους φοιτητές, λίγο πριν γίνουν επαγγελματίες. Πώς αυτή η υπέροχη και συνάμα εποικοδομητική περίοδος για την τρυφερή ηλικία των 22+ μπορεί εδώ στην Ελλάδα να φτάσει σε τέτοια επίπεδα παρερμηνείας για το ρόλο και τη χρησιμότητά της; Πώς και από ποιους κατέληξε όλα αυτά τα χρόνια από «σταζ» μαθητείας και πρώτης επαγγελματικής γνωριμίας να μετατραπεί σε «στέιτζ» εργασιακού βολέματος και κομματικών πιέσεων κατά της ανεργίας;

Είναι γεγονός ότι έχουμε ένα τεράστιο ταλέντο ως φυλή να βρίσκουμε εχθρούς εκεί που δεν υπάρχουν και λύσεις εις βάρος του συνόλου. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να θεωρηθούν και ένα. Δηλαδή, εάν προσπαθήσουμε να βρούμε δουλειά χρησιμοποιώντας όλα τα αθέμιτα μέσα, παρακάμπτοντας επετηρίδες, λαδώνοντας σε διαγωνισμούς, προσφεύγοντας στη βοήθεια ισχυρών από τα κόμματα ή άλλες αδελφότητες, τότε αξιοποιούμε τη δυνατότητα της λύσης εις βάρος του συνόλου. Εάν, όμως, βρούμε στο δρόμο μας εμπόδια για το βόλεμά μας, κάποιος μας πάρει είδηση, το κόμμα στο οποίο εναποθέτουμε τις ελπίδες μας φεύγει από την εξουσία, τότε είμαστε σίγουροι ότι κάποιος μας την έχει στήσει. Η αλήθεια είναι ότι όποιος πέρασε από ένα τέτοιο stage σε δημόσιο οργανισμό, κάτι το οποίο, ευτυχώς ή δυστυχώς, διαθέτει ως «προϋπηρεσία» η γράφουσα πριν από μία δεκαετία και βάλε, και εάν επιθυμεί για τον εαυτό του κάτι καλύτερο, κάτι δημιουργικότερο, ενδεχομένως και κάτι με μεγαλύτερες προοπτικές εξέλιξης, δεν μπέρδεψε ποτέ τη χρησιμότητα του stage. Διότι πώς είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να παρερμηνεύσεις την περίοδο εκείνη της φοιτητικής σου ζωής που ανέμελος κάνεις Erasmus (αυτό έτσι προφέρεται) και να πεις ότι κάνεις, ας πούμε, διδακτορικό στην πόλη της αλλοδαπής που σε φιλοξενεί... Πώς είναι δηλαδή δυνατόν να πιστεύεις ότι μπαίνοντας σε ένα δημόσιο οργανισμό θα μπορέσεις σιγά-σιγά να μονιμοποιηθείς, αφού όλη η φύση της εργασίας είναι συνεπικουρική, ανασφάλιστη, χωρίς κανονικές αρμοδιότητες, χωρίς καμία ευθύνη και χωρίς καμία προοπτική. Από την άλλη, πώς είναι δυνατόν ένα νέο παιδί να επιθυμεί να «τρουπώσει» σε μια τέτοια υπηρεσία, τη στιγμή που το επίπεδο στους δημόσιους οργανισμούς -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- είναι πολύ χαμηλό σε παραγωγικότητα και προσόντα. Αυτή η καραμέλα περί ανεργίας και δυσκολίας εκεί έξω, στη ζούγκλα της εργασιακής καθημερινότητας, μας φέρνει αντιμέτωπους με το τρίτο χαρακτηριστικό της φυλής μας.

Η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας εντοπίζεται στο ναρκισσισμό της. Σε ένα ναρκισσισμό που καλλιεργεί εντέχνως μια αψεγάδιαστη εξωτερική εικόνα, αφήνοντας το εσωτερικό στο χάος του. Δεν έχει σημασία πόσα χρήματα βγάζουμε, πώς τα βγάζουμε, τι δυνατότητες έχουμε για επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη, πόσες προσπάθειες καταβάλλουμε για τη βελτίωση των προσόντων και των συνθηκών, σημασία έχει πώς δείχνουμε προς τα έξω. Η έξωθεν καλή μαρτυρία μιας άνετης και τακτοποιημένης ζωής, η απόδειξη ότι βολευτήκαμε και τα καταφέρνουμε ασχέτως προσπάθειας είναι η επιτομή μιας παθογόνας κοινωνίας· η οποία δυσκολεύεται να αντιληφθεί τα οικονομικά μεγέθη και τις πραγματικές δυνατότητες του κράτους της, παρά προτιμά να κλείνει τα μάτια απέναντι σε οτιδήποτε θα τη φέρει σε κρίση, σε σύγκριση ή σε αξιολόγηση. Η αναπόφευκτη δυναμική προς την εξέλιξη που θέλει και ρήξεις είναι απειλητική για όποιον χτίζει τη ζωή του σε σαθρό έδαφος ψευδών εντυπώσεων και απατηλών φαντασιώσεων. Και αντί για την αναζήτηση των «εύκολων» stage -πίσω από τα οποία γελοιωδέστατα κρύβονται διάφοροι πολιτικοί εκμεταλλευτές- θα ήταν πιο έντιμο για όλους αυτούς τους ανθρώπους που αναζητούν εργασία να βελτίωναν τα προσόντα τους με μια διά βίου μαθητεία ή με μια τεχνική εκπαίδευση ικανή να απορροφήσει μεγάλο κομμάτι της υπάρχουσας ανεργίας. Αφήνοντας κατά μέρος το πλαστό φαίνεσθαι και επενδύοντας στο ασφαλές είναι.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης


Η τηλεόραση στέκεται αμήχανη απέναντι σε ανθρώπους που θεωρεί τηλεοπτικά δημιουργήματά της και ξαφνικά αποφασίζουν να αποστασιοποιηθούν, να χαράξουν μια διαφορετική πορεία, μακριά από τα έντονα φώτα της δημοσιότητας.

Το τεράστιο όμως τηλεοπτικό «χωνευτήρι», που ανακατεύει τα καλύτερα και τα χειρότερα προσδίδοντάς τους κοινή αισθητική, είναι ικανό να φιλοξενήσει την ίδια στιγμή σε διπλανά παράθυρα την αμαρτία με την αγιοσύνη, κάνοντας την αμαρτία να φαίνεται γλυκιά και την αγιοσύνη τρομακτική.

Το μοναστικό πνεύμα
Στη χθεσινή μεσημεριανή εκπομπή της Φαίης Σκορδά «Πολύ μπλα-μπλα» οι ρεπόρτερ της εκπομπής βρήκαν τη Ναταλία Λιονάκη, τη νεαρή ηθοποιό που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στον Θεό, τη στιγμή της άφιξής της στην Αθήνα. Η 32χρονη γυναίκα, που έχει επιλέξει από το Μάιο τη ζωή της μοναχής, επισκέφθηκε το κλεινόν άστυ γιατί η μητέρα της νοσηλεύεται στο νοσοκομείο. Με μαύρα ρούχα, ένα μεγάλο κομποσχοίνι στο χέρι και άβαφη, η πρώην ηθοποιός κοιτά την κάμερα που την έχει πάρει στο κατόπι προσπαθώντας να εξηγήσει με όσο το δυνατόν πιο μειλίχιο τρόπο τους λόγους που την οδήγησαν στο δρόμο του Θεού. Η μαρτυρία της, που διατράνωνε ότι για πρώτη φορά έχει επιλέξει σωστά για τη ζωή της, συνοδεύτηκε με σχόλια αμφισβήτησης και σχετικής υπονόμευσης από το στούντιο της εκπομπής. Κανείς από όλους όσοι κοσμούν τα διάφορα χαρούμενα μεσημεριανά πάνελ -και όχι άδικα- δεν μπορεί να διανοηθεί πώς είναι να εγκαταλείπεις αυτό το τσίρκο που αυτοί λένε ζωή. Διότι ασχολούνται με την ηθοποιό εξαιτίας του πρότερου βίου της, που ήταν λουσμένος στα φώτα της δημοσιότητας, και η σύγκριση βαραίνει αρνητικά στο δικό τους νου. Πώς είναι δηλαδή δυνατόν να εγκαταλείπει κάποιος τα εξώφυλλα για τη μοναχικότητα.

Η μοναξιά του εφήμερου
Με την τρομερή δυνατότητα που έχουν οι εκπομπές να περνάνε από το ένα θέμα στο άλλο, η ακριβώς επόμενη εικόνα αφορούσε ένα άλλο όμορφο κορίτσι, που όμως κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά. Ο λόγος για την Τζούλια Αλεξανδράτου, έναν ξανθό άγγελο, που επιλέγει για τη ζωή του ένα διαφορετικό δρόμο, το ίδιο μοναχικό. Περιφερόμενη από εκπομπή σε εκπομπή, αλλάζοντας επαγγέλματα, επενδύοντας στο σώμα της, διότι, όπως λέει, είναι η δουλειά της, η νεαρή κοπέλα αφήνεται όλο και περισσότερο σ’ έναν κόσμο λαμπερό αλλά απατηλό. Με γνώμονα την αναγνωρισιμότητα, τα πλούτη και την εύκολη ζωή, βουτά τελικά στα δύσκολα. Διότι όσο και να θεωρείται ότι ο δρόμος της αρετής είναι ο μόνος δύσκολος, σε πολλές περιπτώσεις οι συγκυρίες, οι εμπειρίες αλλά και τα τραύματα που επιφέρει ο δρόμος της «κακίας» χαράσσουν την ψυχή με τρόπο ανεξίτηλο. Άλλωστε, οι δύο εικόνες δίπλα-δίπλα, η εγκόσμια Τζούλια και η μοναχή Ναταλία, έχουν πολλά κοινά. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και οι δύο προδίδουν κάτι για να έχουν κάτι άλλο. Και οι δύο βιώνουν μια απέραντη ανάγκη για αφοσίωση και αγάπη, ενώ νιώθουν από πριν μόνες. Είτε προδίδοντας το σώμα, αναβαθμίζοντας το πνεύμα και την ψυχή, είτε προδίδοντας το συναίσθημα για να προβληθεί το σώμα, και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος μένει μισός. Και ακόμα πιο μισός μένει όταν αναζητά βήμα εξομολόγησης στην τηλεόραση.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Η ντροπή και η αλαζονεία


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει ο καθένας δεν διαμορφώνει μόνο τη συμπεριφορά, γαλουχεί και την ψυχή.

16.10.09 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Την Παρασκευή το βράδυ ένα συμπαθητικό νεαρό αγόρι, μέλος μιας ευρύτερης παρέας, έπινε το ποτό του διασκεδάζοντας. Πιάσαμε την κουβέντα ανταλλάσσοντας αυτές τις ελαφριές και χαριτωμένες παρόλες που λένε δύο άγνωστοι συνοδεία αλκοόλ. Με ρώτησε με τι ασχολούμαι και τελείως αόριστα του απάντησα για τη φύση της δουλειάς μου. Δεν ήταν στους βραδινούς μου στόχους να μιλήσω για τα καμώματα της ημέρας, αλλά θεώρησα ευγενικό να του απευθύνω και εγώ την ίδια ερώτηση. Τότε, με έκπληξη διαπίστωσα ότι ο νεαρός αυτός, που φαινόταν αρκετά έξυπνος και ετοιμόλογος, κόμπιασε στην απάντηση. Αίφνης, με κοιτά στα μάτια και μου λέει: «Κάνω το χειρότερο επάγγελμα». Χωρίς να αντιλαμβάνομαι τι είδους χιούμορ ήταν αυτό που έκανε, συνέχισα στο ίδιο κλίμα, λέγοντάς του «Τι είσαι; πολιτικός ή δικηγόρος;».
Στην απάντησή μου αντέδρασε λέγοντας «Μακάρι να ήμουν ένα από τα δύο. Είμαι κάτι χειρότερο. Είμαι αστυνομικός».

17.10.09 ΣΑΒΒΑΤΟ
Η συζήτηση, όπως ήταν επόμενο, δεν συνεχίστηκε και πολύ, όχι γιατί υπήρχε κάποιο πρόβλημα από μέρους μου να συζητήσω με έναν νεαρό που έκανε το επάγγελμα του αστυνομικού, αλλά επειδή εκείνος αισθάνθηκε ότι είχε αποκαλύψει κάτι το οποίο έπρεπε να ντρέπεται να ομολογεί μπροστά σε κορίτσια. Αυτή η στάση με έβαλε σε σκέψεις και ντράπηκα για λογαριασμό μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Τι είναι αυτό που δημιουργεί στις ψυχές των ανθρώπων τόση μεγάλη αιδώ τη στιγμή που καμιά φορά σ’ αυτήν τη ζωή δεν επιλέγεις πάντα το ιδεώδες για εσένα; Ιδίως σε περιπτώσεις σαν του νεαρού, που φαντάζομαι ότι είναι άπειρες ανάμεσά μας, σε ποιο βαθμό έχει βάλει η κοινωνία το χέρι της ώστε παιδιά που έρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, από κάθε γωνιά της επαρχίας, που συντηρούν τον εαυτό τους, ενδεχομένως και τους γονείς τους, που επιλέγουν μια έντιμη διαβίωση, να επιφορτίζονται επιπλέον με το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής;

Ποια είναι τα επαγγέλματα που θεωρούνται κατακριτέα, και γιατί, πέρα από αυτά που ξεπερνούν το νόμο, διατηρούνται στη συνείδησή μας ως τέτοια. Μπορεί η Αστυνομία να μη βοηθά πάντα τον εαυτό της διατηρώντας μια αξιοπρεπή κοινωνική εικόνα, αλλά αυτό συμβαίνει επίσης κατά κύριο λόγο στην πολιτική, αλλά και σε άλλους τομείς της επαγγελματικής δραστηριότητας. Η ντροπή όμως από ό,τι φαίνεται είναι ίδιον ενός ευαίσθητου ανθρώπου που παλεύει με τις ενοχές του απέναντι σε κάτι που δεν διέπραξε, σε κάτι που το κληρονόμησε σχεδόν προπατορικά. Από την άλλη, επαγγελματίες της πολιτικής, των επιχειρήσεων ή ακόμα και των ΜΜΕ, που έχουν βουτήξει λίγο έως πολύ το χέρι τους στο αίμα, θεωρούν ντεμοντέ και μικροαστικό να διαθέτουν τέτοιου είδους περιττές ευαισθησίες.

18.10.09 ΚΥΡΙΑΚH
Αφήνοντας στην άκρη -για ευνόητους λόγους- τα καθημερινά ελληνικά παραδείγματα των τέκνων των ισχυρών που απολαμβάνουν τη θέση των γονιών τους και κληρονομούν το δικαίωμα της διαδοχής χωρίς να έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, στέκομαι στην περίπτωση της Γαλλίας και του υιού Σαρκοζί.

Ο Ζαν Σαρκοζί στα 23 του χρόνια, με μόλις ένα χρόνο σπουδών στη Νομική, καλείται από τον πατέρα του να αναλάβει τη διοίκηση του σημαντικού δημόσιου οργανισμού EPAD, που χειρίζεται το μεγαλύτερο επιχειρηματικό κέντρο του Παρισιού «La Defense». Ο υιός αυτός, όσο φέρελπις και εάν είναι, δεν διαθέτει ακόμα τα απαιτούμενα προσόντα και την εμπειρία να τεθεί επικεφαλής ενός τέτοιου οργανισμού. Αυτό όμως που θεωρείται σκάνδαλο και όνειδος για έναν Πρόεδρο που πολέμησε ενάντια στην οικογενειοκρατία, λίγα χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας μετατρέπει εαυτόν σε βασιλιά με κληροδοτικά δικαιώματα.

Ο Ζαν Σαρκοζί άραγε αισθάνεται ντροπή γι’ αυτό; Μεγαλωμένος σε ένα ελλειπτικό αλλά αλαζονικό περιβάλλον, μάλλον θεωρεί δεδομένες την εξουσία, την επιρροή και την επιβολή. Είναι προγραμματισμένος, όπως τόσα και τόσα άλλα «επώνυμα» παιδιά σε όλο τον κόσμο, να μην αισθάνεται ντροπή για τις παράλογες επιδιώξεις του. Ο κόσμος στο μυαλό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα franchising της οικογενειακής του επιχείρησης, όποια και εάν είναι αυτή.

Άλλωστε, η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που σε κάνει να ψάχνεις βαθύτερα τον εαυτό σου. Ποιος, όμως, χρειάζεται κάτι τέτοιο όταν είναι ψηλά στην ιεραρχία.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Χωρίς μέικ-απ


Την προηγούμενη Δευτέρα δύο από τις πιο εντυπωσιακές γυναίκες της ελληνικής τηλεόρασης αποφάσισαν να «πουν» την αλήθεια στον τηλεθεατή. Να εμφανιστούν δηλαδή για πρώτη φορά άβαφες, κάτω από το αδηφάγο μάτι του ζηλόφθονος ανταγωνισμού και του τηλεοπτικού κοινού, ώστε να αποδείξουν ότι ακόμα και έτσι έχουν πέραση.

Ντύσου πρόχειρα και βγάλε το κραγιόν σου
Το τηλεοπτικό κοινό, φιλοπερίεργο και απαιτητικό, είχε την πολυτέλεια να δει για μία ίσως και μοναδική φορά την Τατιάνα Στεφανίδου και την Ελένη Μενεγάκη διά γυμνού οφθαλμού. Φυσικά το εγχείρημα δεν ήταν πρωτότυπο, μία άλλη ξανθιά, ιέρεια των πρωινάδικων, το είχε τολμήσει πρώτη πριν από περίπου 15 χρόνια. Παρουσιάστηκαν, λοιπόν, στην εκπομπή τους όπως ξυπνάνε το πρωί, προκειμένου να τονώσουν την αυτοπεποίθηση του κοινού τους αποδεικνύοντας ότι όλος ο κόσμος που εκτίθεται μπροστά στις κάμερες απολαμβάνει ένα υψηλών προδιαγραφών και σύνθετο καλλωπιστικό «ρεκτιφιέ», που κάνει θαύματα. Με απλά ελληνικά, το μάθημα της Δευτέρας για όλες τις γυναίκες που ζηλεύουν ή θαυμάζουν τα καλλίγραμμα σώματα και τα καλοσχηματισμένα πρόσωπα των δύο λαμπερών Ελληνίδων περιείχε το επιμύθιο ότι δεν είναι η φυσική τους ομορφιά που ξεχωρίζει τόσο από τη μέση Ελληνίδα αλλά το μακιγιάζ και η φροντισμένη τους ένδυση.

Η αλήθεια κάτω από τους μαύρους κύκλους
Ποιος είναι, όμως, ο πραγματικός λόγος που η τηλεοπτική εικόνα ξαφνικά, μετά από τόσα χρόνια βελτιωτικών επεμβάσεων, μακιγιάζ και χρυσόσκονης (όλοι θυμούνται πώς ξεκίνησαν στα πρώτα τους βήματα όχι μόνο οι συγκεκριμένες αλλά και άλλες Ελληνίδες «σταρ»), έχει την ανάγκη να αποκαλυφθεί; Προς τι η τόλμη και η ενσυναίσθηση με όλες τις γυναίκες του κοσμάκη; Η αλήθεια κρύβεται στην ανάγκη της τηλεόρασης να δημιουργεί συνεχώς συμμάχους. Σε αυτή την περίοδο της οικονομικής κρίσης και της ανώμαλης προσγείωσης, οι γκλαμουράτοι και οι καβαλημένοι, άσχετα με το εάν το πιστεύουν ή όχι, οφείλουν να προσαρμοστούν στα νέα κοινωνικά δεδομένα που ανακύπτουν, εάν θέλουν και εκείνοι να επιβιώσουν. Η περίοδος της εξωπραγματικής χλιδής και της ασυλίας όσων κάνουν καλοπληρωμένες καριέρες στην πλάτη του κόσμου δείχνει να πνέει τα λοίσθια. Η ανάγκη της εποχής χαρακτηρίζεται από ευελιξία και απλότητα, προσαρμοσμένες στις πραγματικές δυνατότητες αυτής της μικροαστικής και ασθμαίνουσας κοινωνίας. Το ρετούς σαν μια συμβολική κοινωνική διάσταση καλύπτει και συντηρεί, αναδεικνύει και εξωραΐζει στοιχεία ανθρώπων που έχουν τη δύναμη και την εξουσία να επιβληθούν. Δεν λειτουργεί το ίδιο για τους απλούς ανθρώπους, που δεν διαθέτουν τα δίκτυα για να πετυχαίνουν την αέναη ανακύκληση της εξουσίας, της όποιας εξουσίας. Ακόμα και τη στιγμή της αποκάλυψής τους, της υποτιθέμενης τόλμης τους να εμφανιστούν «γυμνοί» μπροστά στο κοινό τους, οι «ισχυροί» παίζουν ένα παιχνίδι στημένο. Και θα είναι πάντα στημένο εφόσον η τηλεόραση, όπως και τα κόμματα, είναι μέρη ενός συστήματος που θα κάνει τα πάντα για να συντηρείται αλώβητο από τους κλυδωνισμούς. Τα πάντα... ακόμα και ντεμακιγιάζ.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Η ελπίδα και το Νόμπελ Ειρήνης


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, ακόμα και στην πολιτική, όπως και στη ζωή, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

10.10.09 - ΣΑΒΒΑΤΟ

Την Παρασκευή το πρωί, στο άκουσμα της βράβευσης του Μπαράκ Ομπάμα για το Νόμπελ Ειρήνης, διαμείφθηκε μεταξύ δύο φίλων ένας άκρως σουρεαλιστικός διάλογος.

-Ο Ομπάμα πήρε Νόμπελ Ειρήνης...

-Για ποια Ειρήνη;

-Για μια φίλη του μωρέ...

Αυτός ο σχεδόν παιδιάστικος διάλογος αναδεικνύει την έκπληξη, η οποία μετατρέπεται σχεδόν σε δυσπιστία, για μια βράβευση που αφορά τις πρωτοβουλίες ενός ηγέτη που ελήφθησαν μέσα σε 8 περίπου μήνες. Τον περασμένο Ιανουάριο ο χαρισματικός Αφροαμερικανός πολιτικός κατόρθωσε σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάληψη της προεδρίας να γοητεύσει τους Αμερικανούς, να πείσει σχεδόν το σύνολο των Ευρωπαίων και να επαναφέρει το χαμένο όραμα στην αμερικανική πολιτική. Πιστός, στο μέτρο φυσικά του εφικτού, στις αρχικές του υποσχέσεις, έκανε βήματα προσέγγισης προς το Ιράν, στοχεύοντας στην αποπυρηνικοποίηση του κόσμου, προκειμένου οι επόμενες γενιές να ζήσουν σε έναν ασφαλέστερο πλανήτη.

Η συνεισφορά του Ομπάμα στη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης δεν είναι το μεγαλύτερο προσόν του, εξου και ήταν πολλές και ποικίλες οι αντιδράσεις στον παγκόσμιο χάρτη.

Η προσφορά του σχετίζεται περισσότερο με όσα έφερε ως πολιτικό ον και ως ανθρώπινη ύπαρξη στις ΗΠΑ. Είναι δηλαδή περισσότερα όσα προσκόμισε σε ψυχολογικό επίπεδο μέχρι σήμερα, παρά σε πραγματιστικό. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Οι λαοί τις τελευταίες δεκαετίες, αφού δεινοπάθησαν από μεγάλα οράματα και υψηλές στοχεύσεις μέχρι τη δεκαετία του ’60, γίνονται αντικείμενο λογιστικής και διοικητικής διαχείρισης. Οι ηγέτες τους είναι περισσότερο τεχνοκράτες παρά οραματιστές. Και αυτές είναι οι καλές περιπτώσεις, όπως η Άνγκελα Μέρκελ στη Γερμανία του 2009. Ο αντίποδας είναι συνώνυμος του επικίνδυνου λαϊκισμού ή των διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων και των θρησκευτικών προκαταλήψεων. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ο Τζορτζ Μπους.

Γι’ αυτό ο Μπαράκ Ομπάμα προσδίδει στην έννοια του πολιτικού την ελπιδοφόρα διάσταση που τόσο έχουν ανάγκη οι πολίτες όλων των χωρών. Επαναφέροντας την πίστη ότι η ηθική και η αξιοπρέπεια είναι αξίες που δεν θεωρούνται ξεπερασμένες, καθώς και το αίσθημα της διαφάνειας, μαζί με τη διάθεση για δράση, παραγωγικότητα και νέο στυλ προεδρίας, ο Ομπάμα βαστά στις πλάτες του ένα μεγάλο κομμάτι ψυχολογικής και συναισθηματικής προσδοκίας. Και θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στη διαχείριση αυτών των σύνθετων ελπίδων, ιδίως από τη στιγμή που οι περισσότερες είναι άρρητες και άυλες. Διότι η οργή που εκλύεται στην ψυχή του απελπισμένου είναι τοξική και καταστροφική σαν την πυρηνική ενέργεια.

11.10.09 - ΚΥΡΙΑΚH

Το 1990 ένας άλλος μεγάλος ηγέτης, εμπνευστής της αναδιάρθρωσης της άλλης υπερδύναμης, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, βραβεύτηκε με Νόμπελ Ειρήνης. Ο άνθρωπος που οραματίστηκε μια διαφορετική Σοβιετική Ένωση, που επένδυσε στην περεστρόικα στραμμένος με διάθεση και τόλμη στη μεταρρύθμιση της χώρας του σε ιδεολογικό, οικονομικό, πολιτικό και ηθικό επίπεδο, έλαβε την υψηλότερη διάκριση για τις προσπάθειες αυτές σε μια σημαδιακή χρονιά. Από το 1989 είχαν ήδη ξεκινήσει να καταρρέουν ένα ένα τα προπύργια του μεγάλου μεταρρυθμιστικού οράματος, φτάνοντας το 1990 στην τελική και ολοκληρωτική διάσπαση των κρατών. Το Νόμπελ Ειρήνης και σε εκείνη την περίπτωση δόθηκε για ψυχολογικούς λόγους. Η ανάγκη τόνωσης ενός μεγάλου ηγέτη και ο φόβος της επόμενης μέρας από την κατάρρευση της περεστρόικα έκανε τη Σουηδική Ακαδημία να επιβραβεύσει ή να προσευχηθεί για όσα έμελλε να έρθουν.

Η περίπτωση του Ομπάμα είναι μια περίπτωση υψηλών προσδοκιών. Και σε όλες τις μεγάλες προσδοκίες, όπως μας δείχνει καθαρά και ο Ντίκενς στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, πάντα ελλοχεύουν και μεγάλες ψευδαισθήσεις.

Η χειραγώγηση της χειραγώγησης


Το ρίσκο, οι πιθανότητες, οι αριθμοί και οι μετρήσεις εκτός από εργαλεία της μαθηματικής επιστήμης είναι και απαραίτητα συστατικά του τζόγου, όπως αυτός εκφραζόταν μέχρι πρότινος αποκλειστικά μέσα από τη χαρτοπαιξία, το νόμιμο ΠΡΟ-ΠΟ και τον ιππόδρομο. Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια ο τζόγος και η λαγνεία των προβλέψεων, των δημοσκοπήσεων και των αριθμών έχουν μεταφερθεί στο ελληνικό σπίτι μέσω της τηλεόρασης, πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

Στην αρχή ήταν τα «νούμερα»

Μέχρι πρότινος τα νούμερα που έκανε κάθε εκπομπή ανάλογα με την τηλεθέασή της αφορούσαν μόνο τους συντελεστές του εκάστοτε προγράμματος, τον καναλάρχη και τους διαφημιστές τους. Αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πορεία τηλεθέασης του κάθε «αλόγου» στο οποίο επένδυαν, να αναλύουν τους αστάθμητους παράγοντες και να προβλέπουν την επόμενη κίνησή τους. Τα τελευταία χρόνια, όμως, αυτά τα νούμερα δεν αφορούν μόνο τους επαγγελματίες, αφορούν και το -εκπαιδευόμενο- τηλεοπτικό κοινό. Από το πρωί μέχρι νωρίς το απόγευμα, σε ζώνες υψηλής τηλεθέασης συγκεκριμένες εκπομπές προβάλλουν τα ποσοστά τηλεθέασης της προηγούμενης ημέρας σχεδόν όλων των καναλιών, με το πρόσχημα ότι ενημερώνουν το κοινό. Καλλιεργώντας την πεποίθηση ότι ο κόσμος που παρακολουθεί ενδιαφέρεται να μάθει για την επαγγελματική πορεία του κάθε παρουσιαστή ή δημοσιογράφου -από τη στιγμή που με βάση αυτά τα νούμερα κρίνονται ζωές-, δημιουργούν εντέχνως τη δική τους τάση. Η τάση αυτή, η οποία μοιάζει πολύ με τακτικές ψυχολογικής και πνευματικής χειραγώγησης, χωρίζεται σε δύο παραμέτρους που καταλήγουν στον ίδιο σκοπό. Είτε προβάλλοντας όσους φέρνουν νούμερα και θεωρούνται φαβορί είτε στιγματίζοντας όσους διαγράφουν μια χειρότερη πορεία σε σχέση με το ανταγωνιστικό πρόγραμμα ή την περσινή τους επιτυχία, κατορθώνουν να φτιάξουν ένα εθισμένο αδηφάγο κοινό, που προπονείται περισσότερο στην ανθρωποφαγία και τη λεηλασία παρά στην παρακολούθηση, την ενημέρωση και την ψυχαγωγία. Τα ένστικτα αυτά που καλλιεργούνται -στηριγμένα σε μετρήσεις τηλεθέασης που πολλοί αμφισβητούν- είναι ο καθρέφτης των ενστίκτων που διαποτίζουν τον τηλεοπτικό «παράδεισο» και τους ενοίκους του όταν κλείνουν οι κάμερες. Μόνο που και οι χειρότεροι εγκληματίες χρειάζονται κάποτε συνενόχους.

Το κυνήγι των exit polls

Δυστυχώς, τα δημοσκοπικά παιχνίδια και η χειραγώγηση του κοινού δεν γίνονται μόνο σε ό,τι αφορά τα εσωτερικά της τηλεόρασης, γίνονται και στην πολιτική. Ιδίως σε περίοδο εκλογών, όπως αυτές που ζήσαμε την περασμένη Κυριακή, οι δημοσκόποι έχουν κληθεί να φέρουν στους ώμους τους το δύσκολο έργο της προφητείας. Χωρίς καν να ερωτηθεί, ο ενεργός πληθυσμός συμμετέχει εν αγνοία του στο πόκερ που έχει στρωθεί ανάμεσα στα κόμματα, στις εταιρείες δημοσκοπήσεων και τους καναλάρχες. Με το πρόσχημα πάλι του ζώντος ενδιαφέροντος του κόσμου, οι δημοσκόποι προβαίνουν σε αλχημείες, αγώνες ταχύτητας, ευρηματικούς τρόπους μαντεψιάς, μυστικές έρευνες, για να προλάβουν ένα αποτέλεσμα της ψήφου που κρύβεται στο μυαλό του κάθε ψηφοφόρου πριν τολμήσει εκείνος να τη σκεφτεί. Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα της υποτιθέμενης ενημέρωσης, βρίσκει δουλειά μια σειρά από αναλυτές, δημοσιογράφους, σχολιαστές, για να μασήσουν την τροφή που προορίζεται για το δικό μας στόμα. Η επιτυχία των οποίων δεν έγκειται απαραίτητα στο αποτέλεσμα της πιο δυνατής πρόβλεψης -είδαμε άλλωστε την Κυριακή ότι η έρευνα του ΣΚΑΪ δεν έδινε καν αυτοδυναμία στο ΠΑΣΟΚ- αλλά σε τι βαθμό θα έχουν κάνει πολτό το μυαλό μας.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Την επομένη των εκλογών


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, μετά τις χθεσινές εκλογές έγινε ακόμα πιο αισθητή η ανάγκη σχεδόν της πλειοψηφίας των πολιτών για επανεπένδυση σε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα.

05.10.09

ΚΥΡΙΑΚH

Η ωρίμανση μιας κοινωνίας θα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να παραλληλιστεί με την αναπτυξιακή και ψυχολογική ωρίμανση του ατόμου. Όσο πιο ανώριμος και ψυχολογικά ανέτοιμος είναι ένας άνθρωπος να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του και των επιλογών του, τόσο περισσότερο στηρίζεται στη γονεϊκή φιγούρα, μια φιγούρα που ταυτίζεται με την αυθεντία, την εξουσία και την ασφάλεια, ακόμα και φαντασιωσικά. Η πορεία, όμως, προς την πραγματική ενηλικίωση απαιτεί από το άτομο την καθολική ρήξη μέχρι την επόμενη οικοδόμηση. Όταν δηλαδή κατορθώσει να χειραφετηθεί, να συγκρουστεί με το παρελθόν και τις ρίζες του, με στόχο να ανακαλύψει τη δική του ταυτότητα και φωνή, τότε μόνο μπορεί να αναλάβει ρίσκα ή να εκτεθεί στον κόσμο των προκλήσεων χωρίς να είναι απαραίτητο το δίχτυ ασφαλείας της οικογενειακής προστασίας.

Μια αντίστοιχη διαδρομή διανύουν και οι πολίτες της κάθε κοινωνίας. Εκείνοι γίνονται τα παιδιά και οι εκάστοτε εξουσίες παίζουν το ρόλο των γονιών. Όσο πιο ανώριμη είναι η κοινωνία τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει για προστασία και φροντίδα μέσα στις φτερούγες της ισχυρής αυτοδυναμίας. Και σε αυτή τη στάση τούς δίνεται η ευκαιρία να καλλιεργήσουν την τέχνη της ονειροπόλησης, άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του ανθρώπου που δεν είναι ικανός να αντιληφθεί την πραγματικότητα με όρους πραγματιστικούς. Αφημένοι στη χαλαρωτική και μεθυστική δύναμη της ελπίδας και του ονείρου, μεταθέτουν όλα τα μελλούμενα στις πλάτες άλλων, αδιαφορώντας για τον τρόπο που θα βρουν οι εξουσίες να πραγματώσουν το όνειρο.

Μετά τη χθεσινή αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ σε ποσοστό 43,7% και το ποσοστό της ΝΔ στο 34,8% εξάγεται άμεσα το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες, στην πλειοψηφία τους -η οποία αγγίζει σχεδόν το ανατριχιαστικό 80%-, συνεχίζουν να πιστεύουν και να ελπίζουν ότι τα δύο μεγάλα κόμματα, με πανηγυρικό νικητή το ΠΑΣΟΚ, θα λύσουν τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που τα ίδια δημιούργησαν. Εκτός από την υπολογιστική σκέψη που κρύβεται πίσω από αυτή την επιλογή ψήφου, είναι σαφές ότι κρύβεται το βαθύτερο ψυχολογικό κίνητρο της έλλειψης αυτοπεποίθησης μιας κοινωνίας.

Μιας κοινωνίας που δεν τολμά να κάνει τομές, δεν προωθεί τις συλλογικότητες, δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της δύναμής της, δεν γνωρίζει το εύρος των δυνατοτήτων της.

Και που αρέσκεται στην κομματική τοποθέτηση σε κάθε βουλευτικές εκλογές έναντι της καθημερινής πολιτικής στάσης, που νιώθει καλύτερα όταν χειραγωγείται παρά όταν παίρνει πρωτοβουλίες, που νιώθει ασφαλής όταν λαμβάνουν άλλοι για εκείνη μέτρα, ακόμα και όταν ξέρει πως δεν θα τηρηθούν.

Το πρόβλημα που ξημερώνει δεν αφορά στενά το κόμμα που συγκέντρωσε την εντυπωσιακή αυτοδυναμία. Αφορά τη νοοτροπία μιας κοινωνίας που αλλάζει μεν, αλλά αλλάζει αργά και βασανιστικά. Όπως υπάρχουν πολλά πρόσωπα κοινωνικής σύνθεσης έτσι υπάρχουν και πολλές βαθμίδες κοινωνικής ωρίμανσης. Και μέσα σ’ αυτό το 80% του δικομματισμού ξεπηδά και ένα μικρό ποσοστό που τολμά δοκιμάζοντας μικρά κόμματα, μικρές ομάδες με διαφορετική νοοτροπία, χωρίς κομματικές αγκυλώσεις και βεβαρυμένο παρελθόν. Όπως για παράδειγμα συνέβη με τους Οικολόγους Πράσινους, που κατέκτησαν, για τη σύντομη πορεία τους στην πολιτική ζωή του τόπου, ένα ποσοστό σημαντικής κοινωνικής διαμαρτυρίας και δυναμικής. Για την ακρίβεια κατέκτησαν ένα μικρό μεν ποσοστό πολιτών, αλλά με υπολογίσιμη κοινωνική αξία, η οποία ενδεχομένως θα φανεί χρήσιμη και σε όσους «μεγάλους» οσμίζονται την ανάγκη των καιρών. Ο κ. Παπανδρέου και μετά τις χθεσινές επινίκιες δηλώσεις του επέμεινε στην πίστη του στην ωρίμανση των πολιτών και στο δρόμο που αυτοί υποδεικνύουν. Μένει να δούμε εάν εννοεί όσα πρεσβεύει ή αν αυτός είναι ένας ακόμα έξυπνος τρόπος για να καλλιεργεί αενάως το ναρκισσισμό των ψηφοφόρων του.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Διαμάντι χαμηλού προϋπολογισμού


Η πρώτη επίσημη εβδομάδα έναρξης της τηλεοπτικής σεζόν σκιαγράφησε τα χαρακτηριστικά που πρέπει να περιμένουμε φέτος από τη μικρή οθόνη. Εμφανής μείωση του προϋπολογισμού στο πρόγραμμα των καναλιών και ανθρωποκεντρικές επιλογές είναι τα δύο συστατικά της φθηνής ελληνικής τηλεόρασης, που προσβλέπει στην κατάκτηση του καταναλωτικού δυναμικού κοινού ηλικίας 15-44 ετών.

Οι προσωπικές ιστορίες
Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από την ανθρώπινη ζωή. Η τύχη, οι συνειδητές επιλογές, τα συναισθήματα, η δύναμη του μυαλού, οι αναποδιές αλλά και οι επιτυχίες είναι όλα αυτά που συνοδεύουν τη μοίρα και την κάνουν -παρ’ όλο που είναι κοινή- τόσο διαφορετική από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η τηλεόραση -αλλά και ο κινηματογράφος και το θέατρο- έχει τη δυνατότητα να καθηλώσει το κοινό της προβάλλοντας αναρίθμητες ζωές, αναρίθμητες ιστορίες. Με μόνο όχημα την κάμερα και μια υπαρκτή ή και φανταστική αφήγηση, η μικρή οθόνη μπορεί να ψυχαγωγήσει, να διδάξει αλλά και να συγκλονίσει. Πολλές από τις υπάρχουσες εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση -ακόμα και τα ριάλιτι- στηρίζονται σ’ αυτήν τη σύλληψη (έχουν αυτό το concept, όπως θα έλεγαν και τα στελέχη της). Το κίνητρο, όμως, όλων αυτών των παραγωγών δεν βασίζεται σε ένα πραγματικά ανθρώπινο ενδιαφέρον. Πίσω και μπροστά από την κάμερα πιο πολύ γοητεύονται από την ίντριγκα, το κουτσομπολιό και την αδιακρισία, χωρίς να μπορούν να δουν ή να πράξουν πέρα από αυτά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι μεσημεριανές εκπομπές κουτσομπολιού, που μαστίζουν σαν μεταδοτικός ιός την ελληνική τηλεόραση, ή ριάλιτι όπως το «Πάμε Πακέτο» αλλά και το «Αξίζει να το δεις» με την Τατιάνα Στεφανίδου. Η τελευταία εκπομπή, σαφώς πιο ανθρωποκεντρική από τις υπόλοιπες, στερείται δυστυχώς βάθους και πραγματικού ενδιαφέροντος, και αυτό οφείλεται στην ίδια την παρουσιάστρια. Χωρίς να έχει αναμετρηθεί πραγματικά με τον εαυτό της και τα συναισθήματά της, δεν κατορθώνει να τσαλακώσει ουσιαστικά την εικόνα της, και επιπροσθέτως πάσχει από έλλειμμα ικανών και επιστημονικά καταρτισμένων συνεργατών. Η διάθεσή της, για παράδειγμα, να φέρει στο προσκήνιο την επιλογή μιας γνωστής ηθοποιού να αφοσιωθεί στον Θεό θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για όλους εάν στηριζόταν σε μια βαθιά, πολύπλευρη ανάλυση, που θα ξέφευγε από τα στενά όρια επιλογών του συγκεκριμένου προσώπου και του δράματος των συγγενών του.

Το ποιοτικό δεν είναι πάντα ακριβό
Σε μια κακή χρονική στιγμή για την ελληνική τηλεόραση -που σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις θα περάσει μία από τις χειρότερες χρονιές της-, το HBO στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού δημιουργεί το «In Treatment». Βασισμένο σε μία απλή φόρμα, φτιάχνει ένα σίριαλ-αριστούργημα μικρού προϋπολογισμού. Ένας ψυχαναλυτής καθισμένος στο γραφείο του πέντε ημέρες την εβδομάδα συναντά διαδοχικά ασθενείς σε μια real-time συνεδρία. Χωρίς πολλά εξωτερικά γυρίσματα και με ένα βασικό ήρωα -οι υπόλοιποι που κάνουν τους ασθενείς λειτουργούν ως guests-, το «In Treatment» με χαμηλό φωτισμό αποκαλύπτει μεγαλειωδώς τα λάθη και τα πάθη της ατελούς ανθρώπινης ύπαρξης. Στο ρόλο του ψυχαναλυτή είναι ο θεατρικός ηθοποιός Γκάμπριελ Μπερν. Στις ΗΠΑ, όπου η σειρά πρωτοπαίχτηκε και γνώρισε τεράστια επιτυχία, έχει ολοκληρωθεί ήδη ο δεύτερος κύκλος. Η διανομή της, όμως, έχει φθάσει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και στο Ισραήλ, ενώ τελευταία την αγόρασε το Sky Arts1 για λογαριασμό της Μεγάλης Βρετανίας, το οποίο θα την προβάλει για πρώτη φορά στις 5 Οκτωβρίου. Η Ελλάδα, ως γνωστόν, θα την ανακαλύψει πέντε χρόνια αργότερα, αφού πρώτα προβάλει το «Sex and the City» (άλλη μία παραγωγή της HBO) για χιλιοστή φορά.
Η επιτυχία της βασίζεται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά μια σειρά που απευθύνεται στη μαζική τηλεόραση καταπιάνεται με τα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και την παθολογία του πολιτισμού με επιστημονική μέθοδο αλλά και δραματοποιημένη μορφή. Η παραγωγή μπορεί να δημιούργησε φανταστικές ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων, εντούτοις προσέγγισε κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της ικανούς ψυχαναλυτές για να ορίσουν το πλαίσιο της συνεδρίας, να σκιαγραφήσουν το χαρακτήρα του ψυχαναλυτή και να αποδώσουν πειστικά και με σεβασμό την ιερή και αδιατάραχτη στιγμή του θεραπευτή με το θεραπευόμενό του. Επιπλέον, πέρα από την πιστή απεικόνιση του θεραπευτικού πλαισίου, αυτή η τηλεοπτική σειρά διαθέτει την τόλμη να θίξει προσωπικά ζητήματα που απασχολούν όλους τους ειδικούς της ψυχικής υγείας, από τη στιγμή που είναι και αυτοί άνθρωποι, αλλά και φλέγοντα κοινωνικά θέματα, που πάντα επηρεάζουν την ατομικότητα των ανθρώπων, όπως είναι ο πόλεμος στο Ιράκ για τους Αμερικανούς. Αυτή η σειρά, σε μια περίοδο απόλυτου τηλεοπτικού ξεπεσμού για τα ελληνικά δεδομένα, έρχεται ως απάντηση απέναντι στην οικονομική κρίση και στη λαγνεία για την κλειδαρότρυπα. Δύο αιτίες που επικαλούνται ως πρόσχημα τα στελέχη της τηλεόρασης για να επιλέξουν ευτελή προγράμματα για τις μάζες...

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Το αέναο ρουσφέτι


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η νοοτροπία του ρουσφετιού είναι κάτι σαν την Ελλάδα.
Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά.

25.09.09

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Μπορεί οι νέοι, σύμφωνα με τις μετρήσεις της AGB, να γύρισαν στην πλειοψηφία τους την πλάτη στις τηλεμαχίες, εντούτοις δεν είναι σε θέση να γυρίσουν την πλάτη στα κόμματα. Η ανάγκη του ανήκειν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανασφάλεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι και η ανάγκη να ανήκεις σε κάποιο κόμμα και να είσαι εγγεγραμμένος στις επίσημες λίστες του, ακόμα και εάν θεωρείται στις μέρες μας πολύ passé, προφανώς οφείλεται στη βαθιά πεποίθηση του Έλληνα ότι το κόμμα διαθέτει αυτή την τεράστια μητρική αγκαλιά, μέσα από την οποία οι πιστοί του δεν θα βρουν μόνο απέραντη κατανόηση και τρυφερότητα, αλλά και σίγουρη εργασιακή αποκατάσταση σε ένα δύσκολο και ανταγωνιστικό κόσμο.

26.09.09

ΣΑΒΒΑΤΟ

Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το δημοσίευμα της Βασιλικής Σιούτη στην «Ελευθεροτυπία» της προηγούμενης εβδομάδας. Με έκπληξη διαβάζει κανείς, τη στιγμή που οι πολιτικοί αρχηγοί προεκλογικά μιλούν για την ανάγκη της χώρας για συμμάζεμα των κρατικών δαπανών, σμίκρυνση της Δημόσιας Διοίκησης, περιορισμό του ελλείμματος κ.ο.κ., ότι από την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι εκλογές 55.800 Έλληνες έτρεξαν -κυριολεκτικά ποδοπατήθηκαν- για να γίνουν μέλη του ΠΑΣΟΚ. Συγκεκριμένα, οι περισσότερες εγγραφές έγιναν στα βόρεια και στα νότια προάστια, ενώ για πρώτη φορά από ιδρύσεως του Κινήματος συνολικά 156.000 μέλη πληρώνουν τη συνδρομή τους στο κόμμα, τη στιγμή που μέχρι πρότινος, ακόμα και στις ένδοξες εποχές του Ανδρέα Παπανδρέου, τα μέλη που ανταποκρίνονταν με συνέπεια στις οφειλές τους δεν ξεπερνούσαν τις 110.000.

Πώς μπορεί κάποιος να εξηγήσει αυτή την τάση; Με ποιο τρόπο μπορεί να διαβάσει κανείς τη ζέση των πολιτών να προσδεθούν στο άρμα του Κινήματος λίγο πριν από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, που το θέλουν να βγαίνει πρώτο κόμμα; Ενώ όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των πολιτών στέκεται με δυσπιστία απέναντι στα κόμματα, δεν πιστεύει ότι υπάρχει κάποιος που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση και εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς την άσκηση του εκλογικού της δικαιώματος, είναι δυνατόν να αναβιώνει η ένδοξη εποχή της Αλλαγής στο πρόσωπο του Γιώργου Παπανδρέου; Ή μήπως, σαν άλλος Ομπάμα, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατόρθωσε ξαφνικά να συγκινήσει τους πολίτες και να τους γεμίσει με ελπίδα και όραμα για τη νέα εποχή που χαράζεται για τη χώρα;

Πολύ καλές για να είναι οι ειλικρινείς οι προθέσεις και των κομμάτων, αλλά δυστυχώς και των ψηφοφόρων. Οι δεύτερες σκέψεις που διατηρεί ο καθένας για το δικό του συμφέρον, και οι άσοι που μας επιφυλάσσουν άμα τη εκλογή τους, κρατούν τη χώρα όμηρο σε μια μικρόνοα και ξεπερασμένη λογική.

27.09.09

ΚΥΡΙΑΚH

Αυτή η αενάως διαπλεκόμενη σχέση ορισμένων πολιτών με την εξουσία και της εξουσίας με αυτούς αναπαράγει το στερεότυπο του ρουσφετιού. Η λογική είναι απλή: Γράφομαι στο κόμμα τώρα, υπολογίζοντας ότι σε λίγο θα γίνει αυτοδύναμη κυβέρνηση, για να έχω το δικαίωμα να ασκήσω τις ανάλογες πιέσεις ώστε να βολευτώ και να βολέψω ημετέρους. Βόλεμα σημαίνει στα νέα ελληνικά να διοριστώ στο Δημόσιο, σε μια θέση χωρίς πολλές απαιτήσεις, με βέβαιο μισθό, έστω και εάν μετά παραπονούμαι ότι δεν μου είναι αρκετός.Από την πλευρά του το κάθε μεγάλο κόμμα θέλει νέα μέλη, έχει ανάγκη τις συνδρομές, διαιωνίζοντας τη λογική της παροχολογίας και των υποσχέσεων, αδιαφορώντας για τις συνέπειες της εκπλήρωσής τους.
Πώς μπορεί, λοιπόν, κάποιο από τα δύο διαπλεκόμενα μέρη να απογοητεύσει το άλλο μετά την 4η Οκτωβρίου, όταν ο φίλος τω φίλω εν κινδύνοις γιγνώσκει...
Αυτοί οι 55.800 φίλοι του Κινήματος -οι οποίοι αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς- δυστυχώς δεν θα μπορέσουν να ψηφίσουν κατά συνείδηση. Ας ελπίσουμε ότι οι έχοντες συνείδηση δεν θα επιλέξουν τη -μίζερη και συναινετική- αποχή.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Τηλεοπτικές ακροβασίες


Η εβδομάδα που προηγήθηκε και αυτή που έπεται ταυτίστηκε από τη μία με τη διεξαγωγή των δύο πολιτικών debate και από την άλλη με την έναρξη σχεδόν όλων των ψυχαγωγικών εκπομπών στην ιδιωτική τηλεόραση. Παρακολουθώντας τις δύο τηλεοπτικές τάσεις ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επικίνδυνη ακροβασία της νέας τηλεοπτικής εποχής, έτσι όπως αυτή διαγράφεται.

Πολιτικός προστατευτισμός

Πολλοί κατηγόρησαν τον Μπαράκ Ομπάμα για προστατευτισμό της αμερικανικής οικονομίας για να εξέλθουν οι ΗΠΑ από την κρίση, κανείς όμως δεν μπορεί να του καταλογίσει ότι έτυχε εκ προοιμίου καλύτερης ή ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τα ΜΜΕ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας. Πιστή η Αμερική στην κοινωνία του θεάματος και της εμπορευματοποίησής της, μετατρέπει την εικόνα των πολιτικών σε θέαμα, αλλά, από την άλλη, για χάρη και της τηλεθέασης δεν διστάζει να ασκήσει έντονη κριτική, να θέσει ερωτήματα δύσκολα και να στριμώξει τους εκάστοτε υποψηφίους. Με αυτό τον τρόπο η τηλεόραση δεν διαπλέκει τα συμφέροντά της, που δεν είναι άλλα από την εμπορική επιτυχία και τη δημοσιογραφική αξιοπιστία, ικανοποιώντας τους πολιτικούς και τις βλέψεις τους. Στην Ελλάδα, όμως, οι πολιτικές τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά κυρίως τα προεκλογικά debate, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την πολιτική εξουσία και τις αγκυλώσεις της. Γι’ αυτόν το λόγο οι δημοσιογράφοι του πολιτικού ρεπορτάζ συμφωνούν πάντα άμεσα ή έμμεσα -παρ’ όλο που φέτος έγινε ένα βήμα παραπάνω προς τη βελτίωση της τηλεμαχίας- με τη διατήρηση των προσυμφωνημένων ενοτήτων και των βατών ερωτήσεων προς τους πολιτικούς. Ενάντια στην εμπορική πολιτική του οποιουδήποτε τηλεοπτικού σταθμού, που αναζητά την τηλεθέαση -και η κρατική τηλεόραση συμμετέχει σ’ αυτό το πανηγύρι, τόσος ντόρος γίνεται για τη Eurovision, που υποτίθεται ότι φέρνει νούμερα-, οι δημοσιογράφοι, σφιχταγκαλιασμένοι με την πολιτική και την εξουσία της, χορεύουν ένα βαρετό τανγκό σε χαμηλούς τόνους. Έτσι συντηρείται η βεβαιότητα ότι ακόμα και στις πιο δύσκολες χορευτικές φιγούρες και οι δύο θα παραμείνουν στη σκηνή. Χωρίς φυσικά να ενοχλούνται εάν όλοι οι υπόλοιποι έχουν πάει για ύπνο.

Ψυχαγωγική ευτέλεια

Και από την άλλη πλευρά, οι οικονομικές δυσχέρειες φέρνουν τους τηλεοπτικούς σταθμούς στη δύσκολη θέση αναζήτησης της σολομώντειας λύσης. Επιθυμώντας τα υψηλά νούμερα τηλεθέασης για το κανάλι τους, αλλά και μείωση του προϋπολογισμού τους, έχουν φορτώσει στο πρόγραμμά τους φθηνές λύσεις, επιλεγμένες χωρίς ίχνος αισθητικής. Με γνώμονα το κέρδος και μόνο αυτό, έχουν απομακρύνει όλες τις εκπομπές λόγου, πολιτισμού, αλλά και ενημέρωσης, που θέλουν συνήθως προετοιμασία, καταρτισμένους ανθρώπους και στελεχιακό δυναμικό, και έχουν στραφεί σ’ αυτή την περίφημη συνταγή του αεί κουτσομπολεύειν. Ξεκινώντας από το χάραμα, πλέον, μέχρι και νωρίς το απόγευμα, νεαροί και όχι πάντα χαριτωμένοι κλώνοι μιας αρχικής περσόνας, συνήθως κακοπληρωμένοι, εμφανίζονται σε όλους τους δέκτες προσπαθώντας να μας κάνουν να περάσουμε καλά. Με επιδόσεις στο κουτσομπολιό -διεθνές και ελληνικό-, ανακύκλωση των τηλεοπτικών πεπραγμένων, αλλά και στροφή στη μαγειρική με κάθε τρόπο, τον αγρότη, τη νοικοκυρά, το ναύτη, τον γυψαδόρο και την περιπτερού, η ψυχαγωγία μετατρέπεται σε ένα ατέλειωτο δράμα.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Μίλα μου... βρώμικα


Αγαπημένο μου ημερολόγιο, πόσο διαφορετικά θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα εάν ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής αποφάσιζε την κατάλληλη στιγμή να μιλήσει... βρόμικα στους υπουργούς του.

19.09.09 ΣΑΒΒΑΤΟ

Όταν ξεσπούσε το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου και έρχονταν στην επιφάνεια ονόματα επιφανών πολιτικών που ήταν αναμεμειγμένα με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, ο πρωθυπουργός έκανε μια άνοστη εμφάνιση στη ΔΕΘ και εκστόμισε ακόμα πιο άνοστες ρήσεις για τα σκάνδαλα που κλυδώνιζαν την κυβέρνησή του. Με στρογγυλάδες και πολιτικές ακροβασίες, επέλεξε συνειδητά να καλύψει τις πομπές όλων των εμπλεκομένων, χωρίς να κατορθώσει να πει ούτε μια φορά μια κουβέντα που θα ξέφευγε από την πολιτική ορθότητα και την επίπλαστη ευγένεια, αποδεικνύοντας στους ψηφοφόρους του ότι έχει το ανάστημα για το οποίο τον προτίμησαν.

Κατά τη διάρκεια όλης της προηγούμενης χρονιάς όλες οι ομιλίες του, ακόμα και εάν εκφωνούνταν στο Κοινοβούλιο ή σε τηλεοπτικό στούντιο, εάν συνοδεύονταν από πιο έντονες χειρονομίες ή όχι, εάν ήταν επενδεδυμένες με στόμφο ή χιουμοριστική διάθεση, εξέφραζαν μια πάγια επιθυμία από μέρους του για φυγή προς τα εμπρός, η οποία έμενε μόνο στα λόγια. Διότι κάτω από το λόγο του, τον επιτηδευμένο, τον πολιτισμένο, τον πολιτικά ορθό, κρύβονταν η παραίτηση και η απόλυτη αδυναμία του να βάλει σε τάξη όχι μόνο τη χώρα αλλά ακόμη και το ίδιο του το Υπουργικό Συμβούλιο.

Και τώρα προεκλογικά, τη στιγμή που οι εντυπώσεις εν πολλοίς έχουν καταγραφεί στις συνειδήσεις των πολιτών, το ίδιο άκαμπτο και βαρετό στιλ κυριαρχεί από πλευράς των πολιτικών. Με τη χρήση βαρύγδουπων εκφράσεων, όπως είναι το «Απόφαση ευθύνης» που κοσμεί την προεκλογική αφίσα του πρωθυπουργού, το εξαιρετικά ευφάνταστο «Ώρες ευθύνης», το οποίο χρησιμοποιεί ο υπουργός Υγείας κ. Αβραμόπουλος και άλλα αναρίθμητα και βαρετά, ο πολίτης νιώθει την επιθετικότητα να βράζει στο αίμα του και την αηδία να εκλύεται από κάθε πόρο του σώματός του. Διότι, αφήνοντας στην άκρη το εάν επιτεύχθηκαν οι εξαγγελίες ή εάν τηρήθηκε το συμβόλαιο με το λαό, αυτό που ορθώνεται ουσιαστικό και καταφανές είναι ότι κανείς μα κανείς την ώρα της πραγματικής ευθύνης δεν μίλησε έξω από τα δόντια. Όπως ακριβώς θα ταίριαζε σε μερικούς βολεμένους, εξυπνάκηδες, που, αν και αιρετοί από το λαό, επέλεξαν την οδό του ιδιωτεύειν εις βάρος του. Και σε συνθήκες απόλυτης διάλυσης και κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος, αυτό που ζημιώνει τους πολίτες μιας χώρας, όπως συμβαίνει και με τα παιδιά, είναι η εγκατάλειψη, περισσότερο και από την κακοκηδεμονία.

20.09.09 ΚΥΡΙΑΚH

Ενώ, λοιπόν, στη μικρή χώρα της Μεσογείου μπορεί να χάσαμε χρόνια τώρα την ουσία, αλλά ευτυχείς μπορούμε να πορευόμαστε με τους τύπους, στέλνοντας επιστολές αβροφροσύνης σε γερόλυκους της παράταξης που μας έκαναν τη χάρη να μπουν 12οι στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, στη μακρινή Αυστραλία ο πρωθυπουργός της Κέβιν Ραντ -που όλως τυχαίως έχει γενέθλια στις 21/9- δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ανάλογη γλώσσα στον αντίστοιχο ακροατή. Φανερά εκνευρισμένος από την απαίτηση μερικών βουλευτών να μην προχωρήσει στις περικοπές των δαπανών τους, άφησε τα «σεις» και τα «σας» και τους απάντησε στη... γαλλική. Αφού, λοιπόν, τους «ευχήθηκε αυτά περί της γενετήσιας πράξης», τους διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται να ζητήσει συγγνώμη για τις βωμολοχίες με τις οποίες τους στόλισε.

«Σε μια περίοδο που ζητάμε λιτότητα από όλους δεν μπορούν οι βουλευτές να είναι σπάταλοι. Οι καιροί είναι δύσκολοι. Αυτή είναι η ουσία» διαμήνυσε ο Κέβιν Ραντ και τα λόγια του ακούστηκαν σαν βάλσαμο στην ψυχή του ταλαιπωρημένου Έλληνα, που μάταια περιμένει μια πιο ριζοσπαστική αντιμετώπιση, μια πιο αληθινή γλώσσα. Ο οποίος σε μια φανταστική σφαίρα θα έβρισκε μεγαλύτερο ενδιαφέρον να δει στην αποψινή τηλεμαχία όλους τους πολιτικούς αρχηγούς να αρχίζουν τις Χριστοπαναγίες για όλα τα λάθη και τις παραλείψεις, παρά την αντιπαράθεση λόγων χωρίς ίχνος πραγματικού ενδιαφέροντος, χωρίς ίχνος ψυχής.

Άρωμα... γυναίκας


Οι μέρες και οι νύχτες από εδώ και στο εξής έχουν άρωμα πολιτικής. Ή τουλάχιστον μία essence -που θα έλεγαν και οι Γάλλοι- από αυτό που έμεινε από την πολιτική όταν πέρασε στην απόλυτη κυριαρχία των media. Αυτό όμως που αναζητείται ακόμα, στην Ελλάδα και όχι μόνο, είναι το άνοιγμα του παιχνιδιού και στα δύο φύλα. Όχι μόνο κατ’ εικόνα αλλά και καθ’ ομοίωσιν.

It’ a man’ s world

Όσο πιο πολύ παρακολουθείς τις πολιτικές εκπομπές και αποκρυπτογραφείς τον τρόπο που επιλέγονται οι καλεσμένοι στα εκάστοτε πάνελ τόσο πιο πολύ συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι ακόμα σε έναν ανδρικό κόσμο. Μπορεί οι γυναίκες που εντάσσονται πλέον στα ψηφοδέλτια του κάθε κόμματος να είναι πολύ περισσότερες σε σχέση με το παρελθόν, μπορεί να διεκδικούν ακόμα και υπουργικές θέσεις -βρισκόμαστε πάντως μακριά από τη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας από γυναίκα-, την ίδια στιγμή όμως ο τρόπος που επιλέγονται και προβάλλονται είναι κατ’ εξοχήν ανδρικός. Αυτό σημαίνει ότι, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με την τηλεόραση, η εικόνα της υποψήφιας πολιτικού μετράει πολύ περισσότερο σε σχέση με την ταλαιπωρημένη εικόνα ενός αντίστοιχου άνδρα-ογκόλιθου της πολιτικής. Στην πρώτη περίπτωση, η γυναίκα λειτουργεί σαν ένα απαραίτητο καλολογικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη η γνώση και η εμπειρία είναι αυτά που μετράνε, ασχέτως της εμφάνισης.

Οι τρικλοποδιές

Δεν είναι λίγες οι γυναίκες στην πολιτική που παραπονιούνται για άνιση μεταχείριση μέσα στο ίδιο τους το κόμμα. Γυναίκες με σπουδές, με γνώσεις, με προσωπικότητα, αλλά ενδεχομένως και με τσαγανό, κρίνονται πολύ αυστηρότερα και αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη δυσπιστία σε σύγκριση με άνδρες συνυποψηφίους τους. Αν τύχει να είναι και σχετικά εμφανίσιμες, αυτό δυσχεραίνει το ρόλο και την αποστολή τους, διότι η ομορφιά -ιδίως σε κόμματα που έχουν ρίζες στην Αριστερά- αντιμετωπίζεται με μεγάλη ενοχή, άρα και υπονόμευση.

Η παγίδα

Το γαϊτανάκι της ανισότητας δεν το γυρίζουν μόνο οι άρρενες, αλλά και όλες οι γυναίκες που πέφτουν θύματα της ανδρικής περιρρέουσας νοοτροπίας. Τα θύματα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στις χαριτωμένες και στις ανδρογυναίκες. Οι πρώτες -ανεξαρτήτως ικανότητας- γνωρίζουν πολύ καλά ότι η συμπαθής παρουσία τους συμπληρώνει άνετα το πάνελ, τη στιγμή που έχουν αποδεχτεί για τον εαυτό τους το ρόλο του κομπάρσου. Είναι γυναίκες που νιώθουν καλά μέσα στο ρόλο της όμορφης περιφερόμενης παρουσίας και αισθάνονται ικανοποιημένες να κρίνονται για τις πολιτικές τους θέσεις περισσότερο όταν σιωπούν παρά όταν συμμετέχουν ισότιμα στον πολιτικό διάλογο. Τέτοιες παρουσίες συναντώνται κατά κύριο λόγο στην Ιταλία, από τη στιγμή που ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δεν χάνει ευκαιρία να θεοποιεί τη δύναμη της γυναικείας γοητείας, ακόμα και στην πολιτική.

Η δεύτερη κατηγορία είναι αρκετά προσφιλής στην Ελλάδα της ανομολόγητης ενοχής. Γυναίκες -ανεξαρτήτως εμφάνισης- που μιλούν σαν άνδρες, διεκδικούν το δικαίωμά τους στην ίση συμμετοχή με άκομψο και συχνά κυνικό τρόπο, που συμπεριφέρονται σκληρά και αποκρουστικά, θέλοντας να δείξουν με κάθε τρόπο τη λεκτική και άλλη δύναμή τους. Η εξουσία βέβαια που νομίζουν ότι έχουν δεν της γλιτώνει από το να πέσουν στην παγίδα που έχουν φτιάξει οι άνδρες για εκείνες. Διαιωνίζοντας το ανδρικό πρότυπο πολιτικής διεκδίκησης και αποποιούμενες τη γλυκύτητα και τη χάρη που είναι γενετικώς συνώνυμα της θηλυκότητας, δημιουργούν μια πολιτική περσόνα που πιο πολύ με καρικατούρα μοιάζει παρά με μια σύνθετη γυναικεία προσωπικότητα.